ΜΑΚΡΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΑΙΡΕΣΙΝ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ
Οἱ Δῆμοι νὰ παραμείνουν ἑνιαῖοι καὶ ἀδιαίρετοι
Σειρὰ τεσσάρων ἄρθρων τοῦ Δημάρχου Ἀμμοχώστου Ἀνδρέα Πουγιουροῦ,
ἀποκλειστικῶς γραφέντων διὰ τὴν «Ἐλευθερίαν», 25–29 Ἰουνίου 1961.
Το καλοκαίρι του 1961 ο διαχωρισμός των δήμων των πέντε μεγάλων πόλεων — πρόνοια των Συμφωνιών Ζυρίχης–Λονδίνου και του άρθρου 173 του Συντάγματος — ήταν το κρισιμότερο ανοιχτό ζήτημα της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο δήμαρχος Αμμοχώστου Ανδρέας Πουγιουρού, εκλεγμένος με τη στήριξη του ΑΚΕΛ, δημοσίευσε στην «Ελευθερία» τη σειρά των τεσσάρων άρθρων που ακολουθεί, λίγες εβδομάδες πριν από τη λήξη της παράτασης του περί Δήμων Νόμου στις 16 Ιουλίου 1961. Υποστήριζε ότι ο χωρισμός των δήμων σε εθνοτική βάση θα οδηγούσε στον εδαφικό διαμελισμό του νησιού.
↓ Απόδοση στη δημοτική και στο μονοτονικό
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Μέρος Α΄ — 25 Ιουνίου 1961 (Σελίδες 1 και 5)
Μέρος Β΄ — 27 Ιουνίου 1961 (Σελίδες 1 και 5)
Μέρος Γ΄ — 28 Ιουνίου 1961 (Σελίδες 5 και 6)
Μέρος Δ΄ (τελευταῖον) — 29 Ιουνίου 1961 (Σελίδα 2)
Μέρος Α΄
«Ελευθερία», 25 Ιουνίου 1961 — Σελίδες 1 και 5
Οἱ Ἄγγλοι, οἱ σπείραντες τὸν σπόρον τῆς φυλετικῆς διακρίσεως ἐπενόησαν καὶ ἐφήρμοσαν εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν Δήμων τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτοδιαθέσεως ξεχωριστὰ διὰ τοὺς Ἕλληνας καὶ ξεχωριστὰ διὰ τοὺς Τούρκους. — Οἱ ἁπλοῖ Τοῦρκοι Κύπριοι νοσταλγοῦν τὴν περίοδον τῆς ἀγάπης καὶ εἰλικρινοῦς συνεργασίας τῶν δύο συνοίκων στοιχείων.
Ἡ 16η Ἰουλίου 1961, ἔχει ὁρισθῆ ὡς ἡ τελευταία ἡμερομηνία τῆς παραταθείσης ἰσχύος τοῦ περὶ Δήμων Νόμου. Μέχρις αὐτῆς τῆς ἡμερομηνίας, ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας ἔχουν ὑποχρέωσιν, ἀπορρέουσαν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ τὰς σχετικὰς συμφωνίας νὰ καταλήξουν ὁριστικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν Δήμων καὶ νὰ προβοῦν εἰς διευθετήσεις, αἱ ὁποῖαι — βάσει τοῦ Συντάγματος — θὰ ἰσχύουν μέχρι τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1965. Ὅταν ἡ τετραετὴς αὐτὴ περίοδος θὰ ἐκπνεύσῃ, ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος θὰ ἐπανέλθουν ἐπὶ τοῦ ζητήματος διὰ ν' ἀποφασίσουν κατὰ πόσον ὁ διαχωρισμὸς τῶν Δήμων θὰ συνεχίσῃ καὶ πέραν τῆς περιόδου αὐτῆς ὑφιστάμενος ἢ κατὰ πόσον τὰ Δημαρχεῖα θὰ ἑνοποιηθοῦν καὶ πάλιν καὶ θὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν προτέραν των μορφὴν καὶ κατάστασιν.
Ἐπὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων μοῦ ἐδόθη πολλὲς φορὲς ἡ εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ ἐκφέρω τὰς ἀπόψεις μου, μὲ τὴν εὐκαιρίαν ὅμως τώρα, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα κατ' ἀνάγκην θὰ συζητηθῇ εἰς τὴν ὁριστικήν του μορφὴν καὶ θὰ κλείσῃ διὰ τὴν τετραετῆ τουλάχιστον χρονικὴν περίοδον, θεωρῶ καὶ πάλιν χρέος μου πρὸς τὴν πόλιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν Κυπριακὸν λαὸν γενικώτερον, νὰ ἐκφράσω ἐκ νέου τὰς ἀπόψεις καὶ εἰσηγήσεις μου εἰς σειρὰν ἄρθρων διὰ τῶν στηλῶν τῆς «Ἐλευθερίας», ἡ ὁποία μὲ εὐχαρίστησιν ἐδέχθη νὰ μὲ φιλοξενήσῃ.
Ἡ κατ' ἀρχὴν ἄποψίς μου τὴν ὁποίαν διετύπωσα καὶ ἀνέλυσα πλειστάκις εἰς τὸ παρελθὸν καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν ἐξακολουθῶ νὰ ἐμμένω εἶναι ὅτι ἡ δημιουργία δύο Δημαρχείων εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πόλιν εἶναι ἐθνικῶς, οἰκονομικῶς καὶ πολιτικῶς καταστρεπτικὴ καὶ συνεπῶς ἀκατανόητος καὶ ἀπαράδεκτος.
Ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετος τοπικὴ αὐτοδιοίκησις.
Ἡ ἄποψις αὐτὴ στηρίζεται ἐπὶ τῆς διεθνῶς ἀνεγνωρισμένης ἀρχῆς ὅτι τὰ ζητήματα μιᾶς πόλεως — ἀνεξαρτήτως τῆς ἐθνολογικῆς συνθέσεως τῶν κατοίκων της καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς χώρας εἰς τὴν ὁποίαν αὕτη εὑρίσκεται —, εἶναι ζητήματα ΚΟΙΝΑ δι' ὅλους τοὺς δημότας καὶ συνεπῶς ἡ Τοπικὴ Αὐτοδιοίκησις εἶναι ἀπαραιτήτως μία, ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετος.
Οὐδεὶς διεθνῶς ἀνεγνωρισμένος νόμος, οὐδεμία διεθνῶς ἀνεγνωρισμένη ἀρχὴ καὶ οὐδὲν σύνταγμα οἱασδήποτε χώρας τοῦ κόσμου ἐπιτρέπει τὴν διαίρεσιν τῆς Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως εἰς δύο Τοπικὰς Ἀρχὰς εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πόλιν καὶ τοῦτο ἀσφαλῶς δὲν ὀφείλεται εἰς τὰς διαθέσεις τῶν Κυβερνήσεων ἢ τῶν ἰθυνόντων ἀλλὰ πηγάζει ἀπὸ ἀρχὰς καὶ ἀξίας, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν καὶ ἐθεμελιώθησαν διὰ μέσου τῶν αἰώνων καὶ ἀνεγνωρίσθησαν καὶ ἔγιναν σεβασταὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἱστορίαν τῶν δραστηριοτήτων τοῦ ἀνθρώπου.
Καὶ εἶναι — ὡς ἐκ τούτου — πολὺ φυσικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς καμμίαν ἄλλην χώραν τοῦ κόσμου — εἴτε αὕτη εὑρίσκεται εἰς τὴν Εὐρώπην εἴτε εἰς τὴν Ἀσίαν, εἴτε εἰς τὸ νέον ἡμισφαίριον — δὲν ὑπάρχει πόλις εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ὑπάρχουν δύο χωρισταὶ Ἀρχαὶ Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως καὶ μάλιστα Ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῆς ἐθνολογικῆς συνθέσεως τοῦ πληθυσμοῦ ἢ ἐπὶ φυλετικῆς διαιρέσεως.
Εἶναι — ἐπιπροσθέτως — πολὺ φανερὸν ὅτι εἰς τὴν ἰδικήν μας περίπτωσιν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν μοναδικὴν ἐξαίρεσιν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, παρεισέφρησαν λόγοι ἄσχετοι πρὸς αὐτὰς τὰς ἀρχὰς καὶ ἀξίας, λόγοι οἱ ὁποῖοι συγκρούονται πρὸς αὐτὰς τὰς ἀρχὰς καὶ αὐτὰς τὰς ἀξίας, λόγοι δηλαδὴ ἐξυπηρετήσεως πολιτικῶν σκοπιμοτήτων.
Μέχρι τοῦ 1958 τὰ Δημαρχεῖα ἦσαν Κοινὰ καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀντιπροσωπευτικὰ ἀπὸ πλευρᾶς ἐθνικῆς ἢ θρησκευτικῆς συνθέσεως τοῦ πληθυσμοῦ, εἰργάζοντο διὰ τὴν κοινὴν ἐξυπηρέτησιν ὅλων τῶν δημοτῶν εἴτε Ἕλληνες ἦσαν οὗτοι εἴτε Τοῦρκοι εἴτε Ἀρμένιοι, χωρὶς νὰ διαπιστωθῇ οἱαδήποτε ἀδικία εἰς βάρος τῶν συμφερόντων οἱασδήποτε μερίδος.
Οἱ Τοῦρκοι ἐξυπηρετοῦντο χωρὶς καμμίαν διάκρισιν καὶ χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπ' ὄψιν ἡ συνεισφορά των ἢ ἡ προσφορά των πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων τῆς πόλεως καὶ οὐδεὶς Ἕλλην δημοτικὸς ἄρχων διενοήθη κἂν ὅτι ἔπρεπεν ἡ προσφορὰ τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς ἔναντι τῶν Τούρκων δημοτῶν νὰ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν εἰς χρῆμα συνεισφορὰν τῶν Τούρκων εἰς τὰ κοινά.
Ἀντιθέτως, μάλιστα, οἱ ἀριθμοὶ δεικνύουν ὅτι ἡ προσφορὰ αὕτη ἦτο πολλαπλασία τῆς ἀντιστοίχου συνεισφορᾶς καὶ τοῦτο βεβαίως ἐγένετο ἐνσυνειδήτως καὶ μὲ καλὴν διάθεσιν διὰ τὸν λόγον ἀκριβῶς ὅτι ἡ ὅλη δρᾶσις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ἐστηρίζετο ἐπὶ προγράμματος γενικῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν δημοτῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς διακρίσεως.
Οἱ ἐμπνευσταὶ σατανικοῦ σχεδίου.
Καὶ ἐνῷ τὰ πράγματα ἐπήγαιναν τόσον ὁμαλὰ καὶ οἱ δημόται ᾐσθάνοντο τὴν χαρὰν καὶ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς γενικῆς ἐξυπηρετήσεως, οἱ Ἄγγλοι ἀποικισταὶ — οἱ ὁποῖοι διέβλεπον ὅτι ὁ ἄνεμος δὲν τοὺς ἦτο βοηθητικὸς καὶ γρήγορα θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν Νῆσον — ἐφεῦρον καὶ ἐλάνσαραν τὸ σατανικὸν σύνθημα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως ξεχωριστὰ διὰ τοὺς Ἕλληνας καὶ ξεχωριστὰ διὰ τοὺς Τούρκους.
(Συνέχεια εἰς τὴν 7ην, 8ην καὶ 9ην στήλην τῆς 5ης σελ.)
(Συνέχεια ἐκ τῆς 1ης σελ.)
Ὅμως τὸ σύνθημά των τοῦτο (τὸ ὁποῖον εἰρήσθω ἐν παρόδῳ δὲν εἶχαν τὴν τόλμην νὰ θέσουν καὶ ἐνώπιον τῆς ΟΗΕ εἰς τὴν ὁποίαν συνεζητεῖτο τὸ Κυπριακὸν) δὲν ἠμποροῦσε πρακτικῶς νὰ εὕρῃ τὴν ἐφαρμογήν του. Δι' αὐτὸ καὶ ἐπενόησαν καὶ ἐφήρμοσαν αὐτὴν τὴν «ἀρχὴν» εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν Δημαρχείων. Δειλὰ-δειλὰ οἱ Ἄγγλοι Κυβερνῆται ἔλεγαν τότε ὅτι ἡ δημιουργία ξεχωριστῶν Τουρκικῶν Δημαρχείων ἀποτελεῖ ἔμπρακτον ἐφαρμογὴν τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως ἐν μικρογραφίᾳ!!!
Καὶ ἀσφαλῶς — ἐνῷ ἀνοικτὰ δὲν ἐτόλμησαν νὰ διακηρύξουν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα — εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ διαχωρισμοῦ τῶν Δήμων ξεκινᾷ βασικῶς καὶ ἀποβλέπει οὐσιαστικῶς εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ σκοποῦ τοῦ μελλοντικοῦ διαχωρισμοῦ τῆς Κύπρου εἰς δύο.
Ἐδῶ ἀκριβῶς οἱ Ἄγγλοι ἔσπειραν τὸν σπόρον τῆς φυλετικῆς διακρίσεως καὶ νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ διαπίστωσις πρέπει νὰ γίνῃ ἡ γενικὴ διαπίστωσις ὅλων μας διὰ νὰ προληφθῇ τὸ κακὸν πρὶν προχωρήσῃ πρὸς τὴν ὁλοκλήρωσίν του. Διότι, εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι, τὰ πράγματα ὁδηγοῦνται ὁριστικῶς πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν καὶ θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ ἡμᾶς ὅλους καὶ Ἕλληνας καὶ Τούρκους ἡ πρόληψις καὶ ἡ θεραπεία του.
Διότι, ἐφ' ὅσον ἔχομεν ἤδη ξεχωριστὰ Κοινοβούλια, ξεχωριστὰ Δικαστήρια, ξεχωριστὰ συνεργατικὰ ἱδρύματα, ξεχωριστὴν σχεδὸν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν ζωήν, διατί νὰ μὴν ἀναμένωμεν ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν ἐκεῖ ποὺ εὑρίσκονται σήμερον εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ τὴν Νότιον Ἀφρικήν, ὅπου ὑπάρχουν ξεχωριστὰ πάρκα διὰ τοὺς μαύρους, ξεχωριστὰ λεωφορεῖα διὰ τοὺς μαύρους καὶ ξεχωριστοὶ δρόμοι καὶ τόποι συγκεντρώσεως διὰ τοὺς μαύρους;
Θὰ ἤθελα ἰδιαίτερα νὰ τονίσω καὶ νὰ ὑπογραμμίσω τὸ σημεῖον τοῦτο διότι διαισθάνομαι ὅτι ἐὰν δὲν ἐπικρατήσῃ ἡ λογικὴ καὶ ἐὰν δὲν πρυτανεύσῃ τὸ πνεῦμα τῆς ἀλληλοκατανοήσεως καὶ τῆς συνεργασίας καὶ δὲν εὑρεθοῦν οἱ δρόμοι, ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν ἔξω ἀπὸ τὴν λαβυρινθώδη κατάστασιν, ἥτις δημιουργεῖται, οὔτε ὁ μίτος τῆς Ἀριάδνης θὰ μᾶς βοηθήσῃ μήτε καὶ αἱ εὐχαὶ θὰ μᾶς φανοῦν χρήσιμοι καὶ ἐξυπηρετικαί.
Τὸ ζήτημα εἶναι καὶ Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι νὰ κατανοήσουν ὅτι ὁδηγούμεθα πρὸς τὸ βάραθρον. Πρέπει νὰ ἐπανεύρωμεν τοὺς ἑαυτούς μας καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπανασυνειδητοποιήσωμεν ὅτι κοινὰ εἶναι τὰ συμφέροντά μας.
Προσωπικῶς πιστεύω ὅτι αὐτὴν τὴν ἀνάγκην τὴν κατανοοῦν ὄχι μόνον οἱ Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἁπλοῖ Τοῦρκοι Κύπριοι. Ἀπὸ τὴν ἐπαφήν, τὴν ὁποίαν ἔχω μαζί των ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ἁπλοῖ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ ἐνθυμοῦνται τὰ παλιὰ καλὰ χρόνια τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εἰλικρινοῦς συνεργασίας καὶ νοσταλγοῦν τὴν δημιουργίαν τῶν καταλλήλων συνθηκῶν διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τὰ ἴδια, νὰ ξαναζωντανέψῃ ἡ παλιὰ συνείδησις, νὰ δημιουργηθοῦν οἱ παράγοντες τῆς ἐπανασυνθέσεως καὶ τῆς συνεργασίας καὶ ν' ἀποφευχθῇ τοιουτοτρόπως ἡ ὁριστικὴ φυλετικὴ διάκρισις, ἡ ὁποία μὲ μαθηματικὴν ἀκρίβειαν θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἄβυσσον τῆς καταστροφῆς.
«Διαίρει καὶ βασίλευε».
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω εἶναι πέραν πάσης ἀμφιβολίας φανερὸν ὅτι τὴν δημιουργίαν ξεχωριστῶν Τουρκικῶν Δημαρχείων τὴν ὑπηγόρευσαν οὐχὶ λόγοι ἐξυπηρετήσεως τῶν οὕτω πως λεγομένων «ἰδιαιτέρων Τουρκικῶν συμφερόντων», ἀλλὰ λόγοι πολιτικῆς σκοπιμότητος, λόγοι, οἱ ὁποῖοι βασικῶς καὶ οὐσιαστικῶς ἐξυπηρετοῦν τοὺς ἰμπεριαλιστάς, δόγμα τῶν ὁποίων εἶναι «τὸ διαίρει καὶ βασίλευε».
Οἱ Ἄγγλοι ἐπέβαλον μίαν συμφωνίαν, ἡ ὁποία τοὺς ἐξασφαλίζει πολλὰ καὶ [……]α δικαιώματα εἰς τὴν Κύπρον, δικαιώματα, τὰ ὁποῖα [……]μνουν εἰς τὴν κατάλληλον δεδομένην στιγμὴν τοὺς πραγματικοὺς κυριάρχους. Ἀπὸ τὰς βάσεις, ὅπου εὑρίσκονται μὲ ἀπόλυτα καὶ πλήρη κυριαρχικὰ δικαιώματα, ἐπιθυμοῦν νὰ κρατοῦν τὰ ἡνία μὲ προσπάθειαν πᾶν ὅ,τι γίνεται, νὰ ἐξυπηρετῇ τὴν ἰδικήν των πολιτικὴν καὶ τὰ ἰδικά των συμφέροντα. Καὶ ἀσφαλῶς τὰ συμφέροντα τῶν πρώην κυριάρχων μας καὶ νῦν συγκυριάρχων δὲν εἶναι ταυτόσημα μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ.
Οἱ Ἄγγλοι ἔχουν κάθε λόγον νὰ κρατοῦν τὸν λαόν μας διῃρημένον καὶ κυρίως διῃρημένους τοὺς Ἕλληνας καὶ τοὺς Τούρκους. Καὶ δι' αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον προσεπάθησαν νὰ μεταφυτεύσουν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν Τούρκων ὅτι ἦσαν ἠδικημένοι, ὅτι οἱ Ἕλληνες δημοτικοὶ ἄρχοντες περιεφρόνουν καὶ κατεπάτουν τὰ συμφέροντά των καὶ ὅτι ἀπὸ πλευρᾶς αὐτοδιαθέσεως ἔχουν ἰδικά των, ἐντελῶς ἰδιαίτερα συμφέροντα. Ἔτσι ὑπεχρέωσαν τοὺς Τούρκους ἰθύνοντας νὰ διακηρύξουν πρὸ τριετίας περίπου, ὅτι αἱ ἀδικίαι εἰς βάρος τῆς Τουρκικῆς μειονότητος ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων ἦσαν τόσον μεγάλαι καὶ τόσον [ἀβάσταχτοι;], ὥστε τοὺς ὑπεχρέωναν νὰ παραβοῦν τὸν νόμον καὶ νὰ δημιουργήσουν ἰδικά των Δημαρχεῖα πρὸς προάσπισιν τῶν συμφερόντων των.
Τοῦτο φυσικὰ ἀποτελεῖ τὸ πρόσχημα. Ἡ αἰτία, ὅμως, εἶναι ἄλλη. Ἡ αἰτία εἶναι νὰ κρατηθῇ ὁ λαὸς διῃρημένος καὶ μάλιστα διῃρημένος ἐπὶ «ἐθνολογικῆς» βάσεως, μὲ ἀποκλειστικὴν ἐπιδίωξιν τὴν ματαίωσιν τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἐπιδιωκομένων ὑπὸ τοῦ λαοῦ μας σκοπῶν, τῆς ἐξασφαλίσεως δηλαδὴ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς ἐλευθερίας του.
Μέρος Β΄
«Ελευθερία», 27 Ιουνίου 1961 — Σελίδες 1 και 5
Διὰ στατιστικῶν στοιχείων καταρρίπτονται ἰσχυρισμοὶ τῶν Τούρκων ἰθυνόντων περὶ ἀδικιῶν καὶ καταπατήσεως τῶν συμφερόντων τῶν Τούρκων δημοτῶν ὑπὸ τῶν Δήμων. — Μία κοινὴ διακήρυξις ποὺ ὁμιλεῖ εὐγλώττως.
ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΔΙΑΙΡΕΣΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ
Ἔχουν ὅμως δίκαιον οἱ Τοῦρκοι ἰθύνοντες ὅταν ἰσχυρίζωνται ὅτι ὑπῆρξαν εἰς βάρος τῶν Τούρκων δημοτῶν ἀδικίαι καὶ ὅτι περιεφρονήθησαν καὶ κατεπατήθησαν τὰ συμφέροντά των;
Ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο δίδει ἡ πλήρης καὶ ἐμπεριστατωμένη στατιστικὴ ἔκθεσις τῶν Δημάρχων Κύπρου, ἡ ὁποία ἡτοιμάσθη καὶ ἐδημοσιεύθη εὐθὺς μετὰ τὴν δημιουργίαν τῶν ξεχωριστῶν Δημαρχείων εἰς τὰς κυριωτέρας πόλεις τῆς Νήσου.
Εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν παρατίθενται πλήρη στοιχεῖα, εἰς βαθμὸν μάλιστα κατὰ τὸν ὁποῖον οὐδεὶς καλόπιστος ἄνθρωπος δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὰ προσχήματα τῶν Τούρκων ἰθυνόντων καταρρακώνονται καὶ καταρρέουν.
Ἐπειδὴ ὅμως, τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποιήθη διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν προσπάθειαν τῆς δημιουργίας ξεχωριστῶν Τουρκικῶν Δημαρχείων ἦτο καὶ εἶναι ἡ εἰς βάρος τῶν Τούρκων δημοτῶν γενομένη «ἀδικία», θὰ ἤθελα, ἐν συντομίᾳ, ν' ἀναφέρω ἐδῶ ὡρισμένα στοιχεῖα διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται πέραν πάσης ἀμφιβολίας ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος εἶναι ἀνυπόστατος.
ΙΔΟΥ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ φαίνονται εἰς τὰ ἐπίσημα βιβλία τοῦ Δήμου Ἀμμοχώστου καὶ ἐὰν ἀναφέρωνται τώρα δὲν εἶναι διὰ νὰ ὑποβληθῇ καθ' οἱονδήποτε τρόπον ὅτι μετενοήσαμεν δι' ὅσα ἐπράξαμεν διὰ τοὺς φίλους μας Τούρκους, ἀλλὰ διὰ νὰ καταδειχθῇ διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν ἡ καλή μας πίστις, ἡ καλή μας διάθεσις καὶ ἡ ἑτοιμότης μας νὰ προσφέρωμεν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Τούρκους πᾶσαν δυνατὴν ἐξυπηρέτησιν εἰς μεγαλύτερον βαθμὸν ἀπ' ὅ,τι ἐξυπηρετοῦμεν τοὺς Ἕλληνας συνδημότας μας.
Βάσει τῆς ἐπισήμου ἀπογραφῆς τοῦ 1956 (καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1956 ὡς πλησιεστέραν πρὸς τὴν περίοδον διὰ τὴν ὁποίαν γράφω) ὁ πληθυσμὸς τῆς πόλεως Ἀμμοχώστου ἦτο 26,763. Ἐκ τούτων 20,413, ἤτοι τὸ 76,28% ἦσαν Ἕλληνες, 4,473, ἤτοι τὸ 16,72% ἦσαν Τοῦρκοι καὶ 1,877, ἤτοι τὸ 7% ἄλλαι ἐθνικότητες.
Λογικῶς, θὰ ἐπερίμενε κανείς, ὅτι τὸ Συμβούλιον θὰ κατήρτιζε τοιοῦτον πρόγραμμα ὥστε τὰ βάρη τῆς φορολογίας νὰ εἶναι ἀνάλογα πρὸς τὸ ποσοστὸν τῆς συνθέσεως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ πιθανὸν νὰ ἠκούετο καὶ ἡ φωνή, ἡ ὁποία νὰ ὑπεστήριζεν ὅτι ἐφ' ὅσον οἱ Ἕλληνες ἀποτελοῦν τὸ 76% τοῦ πληθυσμοῦ πρέπει νὰ συνεισφέρουν καὶ ἀνάλογον ποσὸν καὶ ὅτι τὸ ἴδιον θὰ ἔπρεπε νὰ συμβῇ καὶ μὲ τοὺς Τούρκους, δηλαδὴ νὰ συνεισφέρουν τὸ 17% καὶ οἱ ἄλλοι τὸ 7%, τὸ Συμβούλιον ὅμως οὐδέποτε ἐσκέφθη κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον. Καὶ οἱ ἀριθμοὶ δεικνύουν ὅτι — ἐνῷ οἱ Ἕλληνες ἐσήκωναν ὅλον σχεδὸν τὸ βάρος τῆς κινήσεως τῆς δημοτικῆς μηχανῆς καὶ τῆς δημιουργίας κοινωφελῶν ἔργων —, εἰς τοὺς Τούρκους προσεφέροντο πολὺ περισσότερα. Ἔτσι, ἐνῷ ὁ μέσος ὅρος τῆς συνεισφορᾶς τῶν Τούρκων ἦτο εἰς τὸν ἐπαγγελματικὸν φόρον 7%, εἰς τὰς ἄλλας ἀδείας 5%, εἰς τὰς ἀδείας οἰκοδομῆς 5%, εἰς τὰ διαπύλια τῶν Δημοτικῶν Ἀγορῶν 1,5%, εἰς τὸν κτηματικὸν φόρον 6% καὶ εἰς τὰς θεατρικὰς καὶ κινηματογραφικὰς παραστάσεις 4% καὶ συνολικῶς εἰσεπράττοντο μόνον £5,000.— ἐτησίως, εἰς τὸν τομέα τῶν ἐξόδων δὲν ἠκολουθεῖτο ἡ ἰδία ἀναλογία. Τὸ Συμβούλιον διέθετε πέραν τῶν £25,000.— ἐτησίως πρὸς κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τῶν Τούρκων, διετίθεντο δηλαδὴ τὰ 25% σχεδὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Δήμου πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς Τουρκικῆς Μειονότητος.
Ἡ ἰδία κατάστασις παρετηρεῖτο εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς δραστηριότητος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου.
(Συνέχεια εἰς τὴν 3ην, 4ην καὶ 5ην στήλην τῆς 5ης σελ.)
(Συνέχεια ἐκ τῆς 1ης σελ.)
Γιὰ παράδειγμα, εἰς τὸν τομέα τῆς ἀσφαλτοστρώσεως δρόμων, εἰς τὴν Παλαιὰν Πόλιν — ὅπου κατοικοῦν Τοῦρκοι — τὸ ὁλικὸν μῆκος τῶν δρόμων εἶναι 6,15 μίλια. Οἱ ἀσφαλτοστρωμένοι δρόμοι ἐκάλυπταν 4,20 μίλια καὶ μόνον 2,45 μίλια δρόμων ἦσαν χωρὶς ἄσφαλτον. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν πρώτων τεσσάρων χρόνων τῆς θητείας τοῦ παρόντος Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ συγκεκριμένως ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1953 μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1957 ἀσφαλτοστρώθησαν εἰς τὴν Παλαιὰν Πόλιν δρόμοι συνολικῆς ἐκτάσεως 2 μιλίων, ἤτοι τὸ 36,8% τῆς ὁλικῆς ἐκτάσεως τῶν δρόμων εἰς τὴν Παλαιὰν Ἀμμόχωστον.
Εἰς τὰ Βαρώσια, ὅπου τὸ ὁλικὸν μῆκος τῶν δρόμων εἶναι 144,35 μίλια οἱ ἀσφαλτοστρωμένοι δρόμοι ἐκάλυπτον, κατὰ τὴν περίοδον, διὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦμεν, 28,80 μίλια καὶ οἱ χωρὶς ἄσφαλτον δρόμοι ἐκάλυπτον ἔκτασιν 115,55 μιλίων.
Ἐντὸς τῆς ἰδίας περιόδου τῶν 4 ἐτῶν ἀσφαλτοστρώθησαν δρόμοι ἐκτάσεως δέκα μιλίων, ἤτοι τὸ 6,9% τῆς ὁλικῆς ἐκτάσεως δρόμων, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ 36,8% εἰς τὴν Παλαιὰν Ἀμμόχωστον.
Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τομέα τῶν δανείων δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἀδικήσωμεν τοὺς Τούρκους φίλους μας.
Ὁ Δῆμος, μέχρι τῆς περιόδου διὰ τὴν ὁποίαν γράφομεν, συνῆψε δάνεια ἀνερχόμενα εἰς £362,771.—. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὸ Συμβούλιον διέθεσε £66,841.—, ἤτοι τὸ 18,43% διὰ σκοποὺς τῆς Παλαιᾶς Ἀμμοχώστου. Ἀνηγέρθησαν ἐργατικαὶ κατοικίαι (73 τὸν ἀριθμόν), ἠγοράσθησαν οἰκόπεδα δι' αὐτὰς τὰς κατοικίας, ἀνηγέρθη δημοτικὴ ἀγορὰ κ.λ.π. χωρὶς εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ περιλαμβάνωνται τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα ἔγιναν διὰ τὸν ἠλεκτροφωτισμόν, τὴν ὑδατοπρομήθειαν καὶ τὰς σχετικὰς ἐπεκτάσεις.
Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν εἰσιτηρίων τῶν ἀπόρων Τούρκων μαθητῶν Μέσης Παιδείας ἐφροντίζαμεν, ὅπως ἐφροντίζαμεν καὶ διὰ τὸ συσσίτιόν των καθὼς καὶ δι' ὅλα τὰ ἔξοδα τῶν ἐθνικῶν ἑορτῶν τῆς Τουρκικῆς μειονότητος.
Δι' ὅλην αὐτὴν τὴν δρᾶσιν μας, δι' αὐτήν μας τὴν καλὴν διάθεσιν καὶ διὰ τὴν συγκεκριμένην προσφοράν μας πρὸς τὴν Τουρκικὴν μειονότητα, ἐδέχθημεν πολλάκις τὰ συγχαρητήρια ὄχι μόνον τῶν ἁπλῶν Τούρκων δημοτῶν ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδίων τῶν Τούρκων Δημοτικῶν Συμβούλων, οἵτινες ὁμολογουμένως — πρὶν οἱ Ἐγγλέζοι βάλουν τὸν δάκτυλόν των — συνειργάσθησαν μαζί μας μὲ εἰλικρίνειαν, τιμιότητα καὶ ἀνυστεροβουλίαν.
Εἶναι λοιπὸν φῶς φανερὸν ὅτι, πᾶν ὅ,τι ἔγινε πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῆς δημιουργίας ξεχωριστῶν Τουρκικῶν Δήμων, ἔγινε πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀθεμίτων πολιτικῶν σκοπῶν καὶ ἐπιδιώξεων.
ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΔΙΑΜΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ
Ἡ δημιουργία ξεχωριστῶν Τουρκικῶν Δημαρχείων ἔγινεν εἰς μίαν περίοδον ὀξύνσεως τῶν πολιτικῶν ἀντιθέσεων, μιᾶς σκοπίμου ὀξύνσεως, εἰς τρόπον ὥστε ἀφ' ἑνὸς μὲν νὰ «δικαιολογῆται» ἡ ὕπαρξις ξεχωριστῆς Τουρκικῆς καταστάσεως, ἀφ' ἑτέρου δὲ νὰ περιπλέκεται ἡ λύσις τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος.
Τώρα ποὺ τὰ ἐξημμένα πνεύματα ἔχουν κατευνασθῇ καὶ καλῶς ἢ κακῶς ἐφθάσαμεν εἰς μίαν νέαν κατάστασιν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν οἱ μὲν Ἕλληνες δὲν ἀνέμενον, οἱ δὲ Τοῦρκοι δὲν ἤλπιζον, εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν μὲ μεγαλυτέραν νηφαλιότητα.
Εἶναι καιρὸς νὰ ἐκτιμήσωμεν ὅτι ἡ δημιουργία ξεχωριστῶν Τουρκικῶν Δημαρχείων εἰς τὰς πόλεις ὄχι μόνον ἀντιστρατεύεται πρὸς διεθνῶς ἀνεγνωρισμένας ἀρχὰς καὶ ἀξίας ἀλλὰ καὶ σπείρει τὸν σπόρον μιᾶς διαιρέσεως, ἡ ὁποία εἰς τὴν μακρινὴν προοπτικήν, μπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ μίαν μόνιμον κατάστασιν, βάσει τῆς ὁποίας δὲν ἀποκλείεται νὰ ἐπιδιωχθῇ ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῶν συμφερόντων τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, ἡ ὁριστικὴ διαίρεσις καὶ ὁ διαμελισμὸς τῆς Νήσου.
Μία τοιαύτη κατάστασις δὲν θὰ εἶναι μόνον διὰ τοὺς Ἕλληνας ἐπιζημία. Θὰ εἶναι ἐξ ἴσου ἢ ἀκόμη καὶ εἰς μεγαλύτερον βαθμὸν ἐπιζημία καὶ διὰ τοὺς Τούρκους. Ἀποτελεῖ δ' ἐμὲ πίστιν ὅτι τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς Ἕλληνας τίποτε δὲν τοὺς χωρίζει ἐκτὸς βεβαίως τῆς τεχνηέντως καὶ κατὰ ὑποβολιμαῖον τρόπον δημιουργουμένης διαχωριστικῆς καταστάσεως. Εἰς τὰ αὐτιά μου ἀντηχοῦν ἀκόμη αἱ σαφεῖς καὶ κατηγορηματικαὶ δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβησαν οἱ Τοῦρκοι ἐκπρόσωποι εἰς μίαν κοινὴν σύσκεψιν Ἑλλήνων καὶ Τούρκων, ἥτις ἐκλήθη καὶ ἔλαβε χώραν εἰς τὰ Δημοτικὰ Γραφεῖα Ἀμμοχώστου, τὴν 5)6)1956. Μέσα εἰς μίαν ἀτμόσφαιραν ἐγκαρδιότητος, μέσα εἰς μίαν ἀτμόσφαιραν εἰλικρινοῦς διαθέσεως ἐξυπηρετήσεως τῶν κοινῶν συμφερόντων καὶ μίαν ἀτμόσφαιραν αἰσιοδοξίας πρὸς τὸ μέλλον, ὅλοι Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι διεκήρυξαν πρὶν πέντε χρόνια: «.... Ὅλοι κατελήξαμεν εἰς τὸ ὁμόφωνον συμπέρασμα ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς Κύπρου εἶναι πρόβλημα πολιτικόν. Ὅμως ἡ σύσκεψις δὲν ἐκλήθη μὲ σκοπὸν νὰ μελετήσῃ τὸ πολιτικὸν πρόβλημα, καθ' ὅτι πιστεύει ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι αἱ σημεριναὶ ἢ αἱ μελλοντικαὶ ἐξελίξεις του, οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Τοῦρκοι θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ ζοῦν εἰς ἰδίαν πόλιν εἰς τὴν ἰδίαν περιοχὴν καὶ εἰς τὸ ἴδιον χωρίον, ὄχι διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα προτιμήσεως ἢ ἀρεσκείας ἀλλὰ διότι εἴμεθα ὅλοι μέλη ἑνὸς ἑνιαίου καὶ ἀδιασπάστου συνόλου, τὸ ὁποῖον ἔχει κοινὰ οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ συμφέροντα».
«Εἰς τὴν σύσκεψιν ἐτονίσθη ὑφ' ὅλων τῶν ὁμιλητῶν — συνεχίζει ἡ διακήρυξις — Ἑλλήνων καὶ Τούρκων, ὅτι εἴμεθα ὅλοι ἀδελφοὶ καὶ πρέπει νὰ ζήσωμεν ὡς ἀδελφοὶ — ἀνεξαρτήτως — τοῦ ἐὰν ἔχωμεν πολιτικὰς ἀντιλήψεις καὶ ἀπόψεις διαφορετικάς. Ἂς ἀναλογισθῶμεν ὅτι μέχρι σήμερον ἐζήσαμεν μαζὶ ἐν ἀγάπῃ καὶ ἁρμονίᾳ, ὅτι ἐκατοικήσαμεν μαζί, ὅτι ἐφάγαμεν εἰς τὸ ἴδιον τραπέζι, ὅτι ἐσυχνάζαμεν εἰς τὸ ἴδιον κέντρον, ὅτι εἰργάσθημεν καὶ ἐργαζόμεθα εἰς τὸν ἴδιον τόπον καὶ ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας ὡς φίλοι, συνεργάται καὶ σύντροφοι».
Καὶ ἡ ἱστορικὴ αὐτὴ διακήρυξις ὑπογραμμίζει ἐν κατακλεῖδι: «... Ἐμπρός, λοιπόν, μὲ σύνθημα: Οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Τοῦρκοι τῆς Κύπρου κάτω ὑπὸ οἱασδήποτε συνθήκας καὶ περιστάσεις νὰ ζήσουν μαζὶ ἀδελφωμένοι καὶ ἀγαπημένοι».
Ἐθεώρησα σκόπιμον νὰ παραθέσω αὐτὰ τὰ λόγια, διότι εἶναι λόγια, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν τὰ πραγματικὰ καὶ γνήσια συναισθήματα ὅλου τοῦ λαοῦ καὶ διότι πιστεύω ὅτι αὐτὰ τὰ συναισθήματα ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν καὶ σήμερον.
Ἐὰν λοιπὸν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα καὶ ἀναμφιβόλως ἔτσι ἔχουν, τότε δὲν εἶναι καθόλου δύσκολον νὰ κατανοηθῇ ποῖος σκοπὸς ἐπιδιώκεται νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἀπὸ τὴν δημιουργίαν τῶν ξεχωριστῶν Δημαρχείων.
Μέρος Γ΄
«Ελευθερία», 28 Ιουνίου 1961 — Σελίδες 5 και 6
Τὴν διαίρεσιν τῶν Δήμων θὰ ἐπακολουθήσῃ ἐπιδίωξις ἐδαφικοῦ διαμελισμοῦ τῆς Νήσου. — Σήμερον, ὄχι αὔριον, ὁ καταλληλότερος καιρὸς ἑνοποιήσεως τῶν Δήμων. — Τί δέον νὰ γίνῃ ἐὰν ἡ Τουρκικὴ πλευρὰ ἐπιμένῃ μέχρι τέλους εἰς τὸν διαχωρισμόν.
Τὸ ἄρθρον 20 τῆς Συμφωνίας Ζυρίχης — Λονδίνου καὶ τὸ ἄρθρον 173 τοῦ Συντάγματος προνοοῦν τὴν δημιουργίαν τοιούτων Δημαρχείων εἰς τὰς πέντε κυριωτέρας πόλεις τῆς Νήσου. Τὰ ἴδια ἄρθρα προνοοῦν ὅτι ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος θὰ ἐξετάσουν ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν τὸ ζήτημα τοῦ κατὰ πόσον ὁ διαχωρισμὸς οὗτος τῶν Δήμων θὰ συνεχίσῃ ὑφιστάμενος ἢ ἐὰν τὰ Δημαρχεῖα θὰ ἑνοποιηθοῦν εἰς ἕνα καὶ μόνον δι' ἑκάστην πόλιν Δῆμον.
Νομίζω ὅτι εἶναι χρέος τοῦ καθ' ἑνός μας καὶ μάλιστα χρέος ἱερόν, νὰ ἐκτιμήσωμεν ὅλοι ἀπὸ τώρα σωστὰ τὴν κατάστασιν διὰ ν' ἀποφύγωμεν τὴν παγίδα, ἡ ὁποία τόσον τεχνηέντως ἔχει τοποθετηθῆ εἰς τὸν δρόμον μας. Καὶ ἐννοῶ νὰ ἐκτιμήσωμεν σωστὰ τὴν κατάστασιν ὅλοι καὶ Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι. Διότι εἶναι βέβαιον ἀπὸ τώρα ὅτι οἱ ἐχθροὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν συμφερόντων του, ἅπαξ καὶ τὰ Δημαρχεῖα θὰ δημιουργηθοῦν, θὰ προσπαθήσουν ὥστε ἡ δημιουργία τῶν ξεχωριστῶν Τουρκικῶν Δημαρχείων ν' ἀποτελέσῃ οὐχὶ μίαν προσωρινὴν — ὡς προνοεῖ ἡ συμφωνία καὶ τὸ Σύνταγμα — κατάστασιν, ἀλλὰ μίαν σταθερὰν καὶ μόνιμον κατάστασιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν καμμία δύναμις δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ μᾶς βγάλῃ.
Τὴν ὕπαρξιν ξεχωριστῶν Δημαρχείων θὰ συνοδεύσῃ ἡ προσπάθεια τῆς δημιουργίας μιᾶς νέας καταστάσεως πραγμάτων, χαρακτηριστικὸν γνώρισμα τῆς ὁποίας θὰ εἶναι νὰ δημιουργηθῇ τὸ ξεχωριστὸν «Τουρκικὸν ἐθνικὸν φρόνημα» καὶ νὰ προσδοθῇ «ἐθνικὸς» χαρακτήρας εἰς πᾶσαν δημοτικὴν ἐκδήλωσιν καὶ δραστηριότητα μὲ ἀποκλειστικὴν ἐπιδίωξιν τὴν ἐξυπηρέτησιν γνωστῶν εἰς ἡμᾶς σκοπῶν.
Τὸ κακὸν θὰ εἶναι ἀκόμη μεγαλύτερον ἐὰν ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας τῶν Τουρκικῶν Δημαρχείων περιληφθοῦν καὶ Ἕλληνες καὶ Ἑλληνικὴ περιουσία. Ἐφ' ὅσον ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς δὲν εἶναι ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν συμφερόντων τῶν δημοτῶν ὑπὸ τὴν καλῶς νοουμένην ἔννοιάν της ἀλλὰ ἡ ἐξυπηρέτησις ἀπωτέρων πολιτικῶν ἐπιδιώξεων εἶναι βέβαιον ὅτι σὺν τῷ χρόνῳ ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς θὰ ἐξοστρακισθῇ καὶ δὲν πρέπει ν' ἀποκλεισθῇ ἡ δυνατότης τῆς δημιουργίας καθαρῶς Ἑλληνικῆς καὶ καθαρῶς Τουρκικῆς περιοχῆς, γεγονὸς τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέσῃ πρῶτον μίαν οὐσιαστικὴν διαίρεσιν μὲ βάσιν τὴν φυλετικὴν διάκρισιν, καὶ δεύτερον, τὸ πείραμα διὰ τὸν ἐπιδιωκόμενον ἐδαφικὸν διαμελισμὸν τῆς Νήσου.
Συνεπῶς ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς πλευρᾶς ἐπιβάλλεται ὅπως σαφῶς τεθῇ τὸ ζήτημα ἐπὶ αὐτῆς τῆς βάσεως καὶ ὅπως ζητηθῇ, ὥστε νὰ μὴν προχωρήσωμεν εἰς τὴν δημιουργίαν ξεχωριστῶν Τουρκικῶν Δήμων ἐφ' ὅσον αἱ συνέπειαι θὰ εἶναι γενικῶς ἐπιζήμιοι δι' ὅλους τοὺς Κυπρίους.
Ἡ διαίρεσις θὰ ἔχῃ ὡς ἀναπόφευκτον ἐπακόλουθον τὴν μὴ ὕπαρξιν ἐπαφῆς, καὶ τὴν δημιουργίαν τῆς ἑστίας τῶν προστριβῶν, τῶν παρεξηγήσεων καὶ τῆς συνεχοῦς συγκρούσεως καὶ πρὸς τὸ συμφέρον ὅλων μας ἐπιβάλλεται ν' ἀποφευχθῇ.
Ὁ καταλληλότερος καιρὸς διὰ τὴν ἑνοποίησιν τῶν Δήμων εἶναι τὸ σήμερον καὶ οὐχὶ τὸ αὔριον. Αὔριον πιθανὸν νὰ εἶναι ἀργά, πολὺ ἀργὰ δι' ὅλους, καθ' ὅτι αἱ συνέπειαι θὰ ἐπηρεάσουν ὁλόκληρον τὸν λαόν, ἀδιακρίτως καὶ ἀνεξαρτήτως πρὸς τὴν ἐθνικότητα καὶ τὴν θρησκείαν.
Δι' αὐτὸ καὶ ἡ πρότασίς μας, ἡ ὁποία δέον νὰ ἐπέχῃ θέσιν ὑστάτης ἐκκλήσεως πρὸς τὴν Τουρκικὴν πλευράν, πρέπει νὰ εἶναι σαφὴς καὶ συγκεκριμένη. «Μακρὰν ἀπὸ τὴν διαίρεσιν τῶν πόλεων. Μακράν, διότι σπείρεται ὁ σπόρος τῆς διχοτομήσεως μὲ ὅλα τὰ κακὰ ἐπακόλουθά του».
ΝΑ ΜΗ ΚΑΘΟΡΙΣΘΟΥΝ ΖΩΝΑΙ Η ΟΡΙΑ
Ἐὰν ἡ πρότασις — ἔκκλησίς μας δὲν εὕρῃ τὴν πρέπουσαν ἀπήχησιν καὶ δὲν τύχῃ τῆς δεούσης ἀνταποκρίσεως, τὸ δεύτερον βῆμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμωμεν εἶναι ν' ἀγωνισθῶμεν πρὸς πρόληψιν τοῦ ἐδαφικοῦ διαμελισμοῦ τῶν πόλεων. Ἐὰν ὁ Ἀντιπρόεδρος καὶ οἱ Τοῦρκοι πολιτικοὶ παράγοντες ἐπιθυμοῦν τὴν ὕπαρξιν ξεχωριστῶν Τουρκικῶν Δημαρχείων καὶ ἐπιμένουν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τοὺς προσφέρει ἡ συμφωνία καὶ τὸ Σύνταγμα, τότε ἡ ἰδική μας προσπάθεια πρέπει ν' ἀποβλέπῃ εἰς τὸ νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ὁ ἐδαφικὸς διαμελισμὸς διὰ τοῦ καθορισμοῦ ὁρίων ἢ ζωνῶν.
Τὰ Τουρκικὰ Δημαρχεῖα μποροῦν νὰ λειτουργήσουν ἀνεξαρτήτως βεβαίως τῶν συνεπειῶν — χωρὶς νὰ καθορισθοῦν σύνορα ἢ ζῶναι. Μποροῦν νὰ λειτουργοῦν διὰ νὰ συλλέγουν τοὺς φόρους ἀπὸ τοὺς Τούρκους δημότας καὶ νὰ μαζεύουν τὰ σκουπίδια ἀπὸ τὰ σπίτια των, ὅπου καὶ ἐὰν οὗτοι εὑρίσκωνται, χωρὶς νὰ τοποθετηθοῦν αἱ πινακίδες ἢ τὰ συρματοπλέγματα, ποὺ θὰ καθορίζουν τὰ «Τουρκικὰ σύνορα».
Ἄλλωστε ἡ συμφωνία καὶ τὸ σύνταγμα προνοοῦν διὰ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς Συντονιστικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον θ' ἀποτελῆται ἀπὸ δύο Ἕλληνας καὶ δύο Τούρκους μὲ «ἀνεξάρτητον» Πρόεδρον καὶ θὰ φροντίζῃ διὰ τὰ «κοινοῦ ἐνδιαφέροντος ζητήματα» καὶ συνεπῶς ὁ ἐδαφικὸς διαμελισμὸς εἰς τίποτε καλὸν δὲν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ.
Αὐτὰς τὰς ἀπόψεις καὶ τὰς συγκεκριμένας εἰσηγήσεις μου τὰς διεβίβασα δι' ἐπιστολῶν καὶ ὑπομνημάτων τόσον πρὸς τὸν Πρόεδρον, ὅσον καὶ τὸν Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυπριακῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ τὰς ἐπαναλάβω καὶ νὰ τὰς ἀναλύσω.
Εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἥτις συνεστήθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ εἰσηγηθῇ ποῖοι δρόμοι θὰ ὑπαχθοῦν ὑπὸ τὸν Ἑλληνικὸν καὶ ποῖοι δρόμοι ὑπὸ τὸ Τουρκικὸν Δημαρχεῖον, καὶ ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο — ὡς γνωστὸν — ὑπὸ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων, ἐθέσαμεν καθαρὰ τὰς ἀπόψεις μας καὶ ὑπεγραμμίσαμεν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους θὰ διατρέξωμεν ὅλοι. Ἐτονίσαμεν, ὅτι ἡ δημιουργία ξεχωριστῶν Δημαρχείων δὲν εἶναι νοητὴ οὔτε ἀπὸ πλευρᾶς νομικῆς, οὔτε ἀπὸ πλευρᾶς διοικητικοῦ δικαίου, μήτε καὶ ἀπὸ δημοσιονομικῆς ἢ κοινωνικῆς πλευρᾶς. Καὶ ἀνεπτύξαμεν ἐν πλάτει τὰς ἀπόψεις μας πρὸς τὰς ὁποίας ἐνῷ δὲν εἴχαμεν ἀντιγνωμίαν ἐκ μέρους τῶν Τούρκων ἀντιπροσώπων ὅσον ἀφορᾷ τὰς καταστρεπτικὰς συνεπείας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπακολουθήσουν τὴν δημιουργίαν ξεχωριστῶν Δήμων καὶ τὸν διαμελισμόν, ἐν τούτοις ἀντεμετωπίσαμεν τὴν ἐπιμονήν των εἰς τὸν ἐδαφικὸν διαμελισμόν, τὸν ὁποῖον βλέπουν ὡς ἀλληλένδετον μὲ τὴν δημιουργίαν τῶν ξεχωριστῶν Τουρκικῶν Δημαρχείων.
Ἡ ἐπιμονὴ αὐτὴ τῶν Τουρκικῶν μελῶν, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως ὅτι δὲν εἶναι (δι' αὐτοὺς) νοητὴ ἡ ὕπαρξις ξεχωριστῶν Τουρκικῶν Δημαρχείων χωρὶς τὴν ὕπαρξιν καὶ ξεχωριστῶν Τουρκικῶν Δημοτικῶν ὁρίων, εἶναι δι' ἡμᾶς ἐπιμονὴ ἀντίθετος καὶ πρὸς τὴν συμφωνίαν, ἡ ὁποία — ἂς σημειωθῇ — οὐδὲν ἀναφέρει περὶ καθορισμοῦ ὁρίων, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὸ τοῦτο τὸ σύνταγμα.
Τὸ ἄρθρον 20 τῆς Συμφωνίας καὶ τὸ ἄρθρον 173 τοῦ Συντάγματος προνοοῦν τὴν ἵδρυσιν ξεχωριστῶν Δημαρχείων εἰς τὰς πέντε κυριωτέρας πόλεις τῆς Κύπρου ὑπὸ τῶν Τούρκων δημοτῶν διὰ τοὺς Τούρκους δημότας. Οὐδαμοῦ ἀναφέρεται, ὅτι θὰ δημιουργηθοῦν ξεχωριστὰ Δημαρχεῖα ὑπὸ τῶν Τούρκων καὶ δι' Ἕλληνας, προφανῶς διότι οἱ συγγραφεῖς τῆς συμφωνίας καὶ οἱ συντάκται τοῦ ἄρθρου θὰ ἐγελοιοποιοῦντο ἐὰν ἐσημείωναν, ὅτι θὰ γίνουν ξεχωριστὰ Δημαρχεῖα, Τουρκικὰ μὲν ἀλλὰ δι' Ἕλληνας δημότας. Εἶναι λοιπὸν ἀναμφισβήτητον τὸ γεγονός, ὅτι ἡ συμφωνία καὶ
(Συνέχεια εἰς τὴν 7ην στήλην τῆς 6ης σελίδος.)
(Συνέχεια ἐκ τῆς 5ης σελ.)
τὸ σύνταγμα προνοοῦν διὰ Τουρκικὰ Δημαρχεῖα ἀλλὰ διὰ τοὺς Τούρκους μόνον καὶ ἡ Τουρκικὴ πλευρὰ θὰ ἦταν ἴσως περισσότερον ἐντὸς τοῦ «δικαίου» της ἐὰν ἐπέμενε νὰ ὁρισθοῦν ζῶναι ἢ ὅρια εἰς τὰς περιοχάς, αἱ ὁποῖαι κατοικοῦνται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ὑπὸ Τούρκων καὶ ἡ ἐντὸς τούτων περιουσία εἶναι περιουσία καθαρῶς Τουρκική, συμπαγής, ἑνιαία καὶ συνεχομένη.
Ἡ Τουρκικὴ ὅμως πλευρὰ δὲν περιωρίσθη εἰς τὰ «δικαιώματα», τὰ ὁποῖα τῆς προσέφερεν ἡ συμφωνία καὶ τὸ Σύνταγμα. Ἡ Τουρκικὴ πλευρὰ ἐξῆλθε κατὰ πολὺ τῶν ὁρίων τῶν δικαιωμάτων της, μὲ σαφῆ προσπάθειαν καὶ ἐπιδίωξιν νὰ τοποθετήσῃ τὰ ὅρια τῶν Δημαρχείων της ἔξω ἀπὸ τὰ ἰδικά της ὅρια καὶ μάλιστα νὰ τὰ τοποθετήσῃ εἰς τὸ κέντρον τῶν δημοτικῶν ὁρίων τῶν πόλεων.
Εἰδικῶς, δι' ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Ἀμμόχωστον ἡ Τουρκικὴ πλευρὰ ἠξίωσε νὰ ὁρισθοῦν τὰ Τουρκικὰ δημοτικὰ ὅρια οὐχὶ εἰς τμῆμα τῆς Παλαιᾶς πόλεως — ὡς θὰ ἀνέμενεν ἕνας ψύχραιμος καὶ λογικὸς ἄνθρωπος —, ἀλλὰ εἰς τὴν καρδιὰ τῆς πόλεως μέχρι τοῦ τέρματος τῶν δημοτικῶν ὁρίων εἰς τὴν Ἔγκωμην, μὲ τὴν περίληψιν ἐντὸς τούτων 70 ὁδῶν Ἑλληνικῶν καὶ Ἑλληνικῆς περιουσίας ἀνυπολογίστου ἐκτάσεως καὶ ἀξίας.
ΑΥΡΙΟΝ: Εἰς τὴν Λευκωσίαν οἱ Τοῦρκοι ζητοῦν τὴν μισὴν πόλιν, τὸ ἴδιον καὶ διὰ τὴν Λεμεσόν, ἐνῷ ἀποδοχὴ τῶν ἀξιώσεών των διὰ τὴν Πάφον καὶ τὴν Λάρνακα θὰ ἐσήμαινε τραγῳδίαν.
Μέρος Δ΄ (τελευταῖον)
«Ελευθερία», 29 Ιουνίου 1961 — Σελίδα 2
Δὲν δικαιολογεῖται οἱαδήποτε παραχώρησις πρὸς τὰς ἀπόψεις τῶν Τούρκων ἐπιδιωκόντων διχοτόμησιν τῶν πόλεων. — Μὴ ἑνοποίησις τῶν Δήμων θὰ ἐσήμαινε θρήνους ἐπὶ ἐρειπίων.
Ἀλλὰ ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν παρατηρεῖται καὶ δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὴν Ἀμμόχωστον. Εἰς τὴν Λευκωσίαν οἱ Τοῦρκοι ζητοῦν τὴν μισὴν πόλιν ὅπως συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Λεμεσόν, εἰς τὴν Λάρνακα καὶ εἰς τὴν Πάφον καὶ θ' ἀπετέλει τὸ ὀλιγώτερον τραγῳδίαν ἐὰν ἐξεδηλώνετο πρόθεσις ἀποδοχῆς τῶν Τουρκικῶν ἀπαιτήσεων. Αἱ διεκδικούμεναι περιοχαὶ κατοικοῦνται ὑπὸ Ἑλλήνων, αἱ ἐντὸς τούτων τεραστίας ἐκτάσεως καὶ ἀξίας περιουσίαι εἶναι Ἑλληνικαὶ καὶ οὐδὲν ἐπιχείρημα θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ οἱανδήποτε ἐκ μέρους μας παραχώρησιν, ἐφ' ὅσον τοιαύτη ἀπαίτησις ἢ παραχώρησις συγκρούεται πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς συμφωνίας καὶ τοῦ συντάγματος.
Εἰδικῶς διὰ τὴν Λευκωσίαν ἡ διαχωριστικὴ γραμμὴ θὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ κέντρον τῆς πρωτευούσης καὶ θὰ ἦταν πολὺ ὀδυνηρὸν ἐὰν τόσον ἡμεῖς ὅσον καὶ οἱ ξένοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπισκέπτωνται τὴν πρωτεύουσαν θὰ εὑρισκώμεθα ἐνώπιον μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐνθυμίζῃ τὴν περίοδον τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Λευκωσία ἦτο διαχωρισμένη διὰ συρματοπλεγμάτων εἰς δύο καὶ θὰ φέρνῃ εἰς τὴν μνήμην ὅλων τὴν περίπτωσιν τῆς Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία εἶναι χωρισμένη εἰς Ἑβραϊκὸν καὶ Ἀραβικὸν τομέα, καὶ θὰ παρουσιάζῃ μίαν ὄψιν διὰ τὴν ὁποίαν αἱ μέλλουσαι γενεαὶ — ἐὰν βεβαίως ἐπιτραπῇ τοιοῦτόν τι — θὰ προσάψουν τὸ μεγάλον κατηγορῶ διὰ τὴν ἔλλειψιν θάρρους προασπίσεως τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ.
Δὲν εἶναι λοιπὸν φανερὸν ὅτι οἱ Τοῦρκοι παραβαίνουν τὴν συμφωνίαν καὶ τὸ Σύνταγμα; Ἐὰν ἐπιμείνουν μέχρι τέλους εἰς αὐτὴν τὴν ἀκατανόητον ἀξίωσιν, καὶ γίνῃ αὐτὴ δεκτή, τοῦτο θὰ σημαίνῃ ὅτι τὰ ξεχωριστὰ Τουρκικὰ Δημαρχεῖα δὲν δημιουργοῦνται ὑπὸ τῶν Τούρκων διὰ τοὺς Τούρκους, ἀλλὰ ὑπὸ τῶν Τούρκων διὰ Τούρκους καὶ Ἕλληνας καὶ συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ ὀνομάζωνται Τουρκικὰ ἀλλὰ Τουρκοελληνικὰ Δημαρχεῖα.
Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ἡ ἐπιμονὴ τῆς Τουρκικῆς πλευρᾶς πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντίθετος καὶ πρὸς τὸ γράμμα καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Συμφωνίας καὶ ὡς τοιαύτη πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ. Αὐτήν μας τὴν γνώμην ὑπεστήριξαν διάσημοι Ἄγγλοι νομομαθεῖς, οἱ ὁποῖοι σαφῶς ὑπέδειξαν ὅτι ὁ καθορισμὸς ὁρίων εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν συμφωνίαν, ὅπως καὶ ἄλλοι ξένοι καὶ συμπατριῶται νομικοί.
Εἶναι δι' αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἡμεῖς μὲ τὴν σειράν μας ὑπεδείξαμεν ὅτι ἐφ' ὅσον ἡ Τουρκικὴ πλευρὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν δημιουργίαν ξεχωριστῶν Δημαρχείων ὀφείλει νὰ σεβασθῇ τὴν συμφωνίαν καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ κατάχρησιν ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τῆς προσεφέρθη. Ἄλλως δημιουργεῖται συνταγματικὸν ζήτημα, ἡ ἐπίλυσις τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ χάριν τῶν γενικῶν συμφερόντων Ἑλλήνων καὶ Τούρκων.
Δὲν διαπνεόμεθα ἀπὸ αἰσθήματα ἀντιτουρκικά. Τοὺς Τούρκους τοὺς σεβόμεθα καὶ τοὺς ἐκτιμῶμεν ὡς ἀδελφούς μας. Τοὺς σεβόμεθα καὶ τοὺς ἐκτιμῶμεν ὡς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους ἐζήσαμεν μαζί, ἐδουλέψαμεν μαζί, ἐφάγαμεν μαζὶ καὶ ὑπήρξαμεν γενικῶς συνεργάται καὶ φίλοι.
Προσπάθειά μας εἶναι νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τοὺς Τούρκους ὅπως ἐξυπηρετοῦμεν καὶ τοὺς Ἕλληνας γιατὶ τὰ συμφέροντα ὅλων τὰ βλέπομεν ὡς κοινὰ καὶ ταυτόσημα. Δι' ἡμᾶς δὲν ὑπάρχουν Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι, ἀλλὰ δημόται μόνον καὶ αἱ σκέψεις μας καὶ αἱ ἐνέργειαί μας δὲν ἐπηρεάζονται ἀπὸ πολιτικὲς σκοπιμότητες ὅταν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τοὺς δημότας καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πόλεως. Ἐὰν ἐκάμαμεν ὅ,τι ἐκάμαμεν καὶ γράφωμεν ὅσα γράφομεν τὸ κάμνομεν ἁπλῶς καὶ μόνον διότι εἰς τὴν καταβαλλομένην προσπάθειαν τοῦ διαμελισμοῦ διαβλέπομεν τρομακτικὰ σοβαροὺς κινδύνους.
Καὶ διὰ τοὺς κινδύνους αὐτοὺς ἔχω γράψει εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης ἀρθρογραφίας μου. Ὅταν ὁ παμπόνηρος Φούτ ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν νῆσον καὶ ἐπεσκέφθη διαφόρους πόλεις διὰ νὰ «ἀποχαιρετίσῃ τοὺς πολιτικοὺς παράγοντας τῆς νήσου» ἐθεώρησεν — ὡς εἶπε — χρέος του νὰ προβῇ εἰς μίαν δήλωσιν (φιλικὴν δήλωσιν) πρὸς τοὺς Κυπρίους. Ἡ δήλωσίς του αὐτή, ἡ ὁποία ἔγινε πρὸς ἐμὲ κατὰ τὴν ἐπίσκεψίν του εἰς Ἀμμόχωστον, ἤθελε νὰ θεωρηθῇ ὡς προσωπικὴ καὶ ὡς μὴ ἀντιπροσωπεύουσα... τὴν ἐπίσημον Ἀγγλικὴν ἄποψιν. Ἐν ἀρχῇ ἡ δήλωσις αὐτὴ ἐξέφραζε τὴν «μεγάλην» του λύπην διότι ὁ Κυπριακὸς καὶ ὁ Βρεττανικὸς λαὸς συνεκρούσθησαν, ἀλλὰ καὶ τὴν «μεγάλην» χαρὰν διότι ὁ καθ' ὅλα ἄξιος λαός μας ἐξησφάλισε τὴν ἐλευθερίαν του καὶ κατέληγεν ὡς ἑξῆς: «Μὲ τὴν ἀποχώρησιν τῶν Ἄγγλων ἀπὸ τὴν Κύπρον, τερματίζεται μία μακροχρόνιος ἀποικιακὴ διακυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἐν πολλοῖς καταπιεστικὴ καὶ ἀνοίγονται ἐνώπιον τοῦ λαοῦ σας εὐρεῖς ὁρίζοντες ἀναπτύξεως. Ἡ διατήρησις ἐκ μέρους ἡμῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τμήματος τοῦ Κυπριακοῦ ἐδάφους καὶ ἡ ὕπαρξις Βρεττανικῶν βάσεων σᾶς ἐξασφαλίζουν τρία τινά. Πρῶτον σᾶς ἐγγυῶνται τὴν προάσπισίν σας ἀπὸ ἐξωτερικὴν ἐπιδρομήν. Δεύτερον σᾶς προσφέρουν χρήματα καὶ ἐργασίαν. Καὶ τρίτον τὰ Βρεττανικὰ στρατεύματα θὰ σᾶς λύουν... τὰς διαφοράς σας μὲ τοὺς Τούρκους καὶ θὰ διαδραματίζουν ρόλον διαιτητοῦ».
Ἡ τρίτη ἐγγύησις, ἡ ὁποία μᾶς «προσφέρεται» εἶναι ἐνδεικτικὴ τῆς διαθέσεως τῶν Ἄγγλων νεοαποικιστῶν καὶ τῆς πολιτικῆς των. Ὅταν δὲν ἠμποροῦν νὰ κυβερνοῦν διὰ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου, προσφεύγουν εἰς τὴν διπλωματίαν. Καὶ ὅταν καὶ αὐτὴ ἡ μέθοδος δὲν τοὺς ἐξυπηρετῇ διὰ τὸν λόγον ὅτι προσκρούει εἰς τὴν νοημοσύνην καὶ τὸ ξύπνημα τῶν λαῶν τότε προσφεύγουν εἰς τὴν πλεκτάνην. Αὐτὴν τὴν μέθοδον τὴν ὀνομάζουν οἱ ἴδιοι «διαιτησίαν» ὡς ἐὰν νὰ ἐπρόκειτο περί... πυγμαχικοῦ ἀγῶνος.
Ὅμως δι' ἡμᾶς αὐτὴ ἡ δήλωσις ἐνέχει μεγάλην σημασίαν καὶ σοβαρότητα. Διὰ νὰ δύναται ὁ Ἀγγλικὸς νεοαποικισμὸς νὰ «διαιτητεύῃ» εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχουν προστριβαὶ καὶ συγκρούσεις. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἀπαιτεῖται ἡ δημιουργία τῶν ὁρίων, οἵτινες θὰ βοηθήσουν εἰς τὴν ὕπαρξιν τῶν προστριβῶν καὶ τῶν συγκρούσεων. Φοβοῦμαι ὅτι πρὶν ἢ οἱ Ἄγγλοι «ἀποχωρήσουν» ἐκ Κύπρου ἐφρόντισαν ὥστε οἱ ὅροι οὗτοι νὰ δημιουργηθοῦν καὶ νὰ σταθεροποιηθοῦν. Ἐνῷ ἀκόμη ἐκρατοῦσαν εἰς τὰ χέρια των τὴν διακυβέρνησιν τῆς νήσου καὶ ἐφήρμοζον τὸν νόμον καὶ τὴν τάξιν, ὑπέδειξαν εἰς τοὺς Τούρκους νὰ παρανομήσουν, ἐπιτρέποντες εἰς αὐτοὺς νὰ δημιουργήσουν τὰ ξεχωριστὰ Τουρκικὰ Δημαρχεῖα, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀπαραίτητος καὶ ἀναγκαία κατάστασις ὅταν τὸ ὅλον Κυπριακὸν ζήτημα θὰ ἐτίθετο πρὸς συζήτησιν δι' ἐξεύρεσιν λύσεως.
Καὶ ὅταν εἶδαν ὅτι τὸ καθ' ὑπόδειξίν των πείραμα «ἐπέτυχε», ἐπροχώρησαν εἰς τὴν θέσπισιν διατάγματος, μὲ ἰσχὺν νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξις Τουρκικῶν Δημαρχείων ἀνεγνωρίζετο ὡς νόμιμος κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν παρεχωροῦντο πλήρη δικαιώματα εἰσπράξεως φόρων, ἐνοικίων, διαπυλίων κλπ., δὲν ἐπεβάλλοντο ὅμως ὑποχρεώσεις ὡς εἶναι ἡ πληρωμὴ τοῦ ὁδικοῦ φωτισμοῦ, ἡ πληρωμὴ τοκοχρεωλυσίων διὰ τὰ δάνεια καὶ τὰ ὅμοια, καὶ αἱ ὁποῖαι ὑποχρεώσεις ἀφήνοντο εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δημαρχεῖα.
Τοῦτο καὶ μόνον εἶναι ἀρκετὸν ν' ἀποδείξῃ ὅτι ἡ δημιουργία ξεχωριστῶν Τουρκικῶν Δημαρχείων, ἀποτελεῖ ἐπινόησιν τῶν Ἄγγλων, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη βάσει σχεδίου μὲ μακρὰν προοπτικήν.
Τὸ ζήτημα, ὅμως, εἶναι κατὰ πόσον ὁ Κυπριακὸς λαός, ὡς σύνολον, θὰ δεχθῇ καὶ θὰ ἀνεχθῇ τὴν δημιουργίαν τῆς ἑστίας τῶν προστριβῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ καθιστοῦν τὴν «διαιτησίαν» τῶν Ἄγγλων ἀναγκαίαν.
Οἱ Ἄγγλοι ἰμπεριαλισταὶ νεοαποικισταὶ ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των ὑποθάλποντες τὸν «Τουρκικὸν παράγοντα». Εἰς ἡμᾶς ἐναπόκειται τώρα, εἰς ἡμᾶς Ἕλληνας καὶ Τούρκους ὡς μίαν ἑνιαίαν καὶ ἀδιαίρετον μονάδα, νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ὁριστικὴν ἐφαρμογὴν τῆς φυλετικῆς διακρίσεως, ἡ ὁποία κατεδικάσθη καὶ ὑπ' αὐτοῦ τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν ὡς ἔγκλημα κατὰ τῆς ἀνθρωπότητος.
Εἰς ἡμᾶς ἐναπόκειται νὰ καταστρέψωμεν τὸν σπόρον, τὸν ὁποῖον ἔσπειραν ξένοι πρὸς τὰ Κυπριακὰ συμφέροντα ἄνθρωποι μὲ σκοπὸν νὰ δημιουργήσουν εἰς τὴν Κύπρον μίαν μόνιμον κατάστασιν ἀλληλοεξοντώσεως.
Θὰ ἦταν εὐχῆς ἔργον ἐὰν οἱ ἁπλοῖ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ ἀπὸ τῆς Τουρκικῆς πλευρᾶς εὕρισκαν τὴν δύναμιν νὰ συναντηθοῦν εἰς συσκέψεις παρομοίας ἐκείνης τῆς 5.6.1956 διὰ νὰ διακηρύξουν διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν «ὅτι ὅλοι — Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι — εἴμεθα ἀδελφοὶ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ζήσωμεν ὡς ἀδελφοὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν ἔχωμεν πολιτικὰς ἀντιλήψεις καὶ ἀπόψεις διαφορετικάς».
Θὰ ἦταν εὐχῆς ἔργον ἐὰν γύρω ἀπὸ τὸ ἴδιον τραπέζι ὡμιλούσαμεν μὲ κοινὴν γλῶσσαν διὰ νὰ διαπιστώσωμεν ὅτι ἡ βάσις ἀπὸ τὴν ὁποίαν ξεκινοῦμεν μᾶς ὁδηγεῖ εἰς πολὺ ἐπικίνδυνα μονοπάτια καὶ ὅτι δι' ὅλους ὑπάρχει μία κοινὴ ὁδός, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς κοινὰ συμφέροντα καὶ κοινὲς ἐπιδιώξεις.
Ἡ ἀπὸ τώρα ἑνοποίησις τῶν Δήμων θ' ἀπετέλει τὴν λαμπροτέραν ἐκδήλωσιν τῆς εἰλικρινοῦς διαθέσεως ὅλων πρὸς κατάκτησιν τοῦ κοινοῦ φωτεινοῦ μέλλοντος καὶ τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς ἐπανάκτησιν τῆς ἀπολεσθείσης ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, ἄνευ τῆς ὁποίας τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν φρονῶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ διαθέσωμεν ὅλας μας τὰς δυνάμεις, βέβαιοι ὄντες ἀπὸ τώρα, ὅτι πράττομεν ἕνα στοιχειῶδες πρὸς τὸν λαόν μας καθῆκον.
Διαφορετικὰ εἶναι ἐξ ἴσου βέβαιον ὅτι θὰ θρηνήσωμεν ἐπὶ ἐρειπίων, τὴν δημιουργίαν τῶν ὁποίων δυνάμεθα ἀπὸ τώρα νὰ προβλέψωμεν.
Απόδοση στη δημοτική
Το ίδιο κείμενο σε δημοτική και μονοτονικό.
Τα άρθρα δημοσιεύτηκαν το 1961 σε καθαρεύουσα και πολυτονικό. Ακολουθεί απόδοσή τους στη δημοτική και στο μονοτονικό, για ευκολότερη ανάγνωση. Οι λέξεις δεν άλλαξαν· άλλαξε μόνο η γραμματική — οι καταλήξεις των πτώσεων, οι τύποι των ρημάτων, οι μετοχές και οι εμπρόθετοι προσδιορισμοί. Το πρωτότυπο κείμενο παραμένει πιο πάνω και είναι αυτό που έχει ισχύ· η απόδοση αυτή είναι βοήθημα, όχι υποκατάστατο.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Μέρος Δ΄ (τελευταίο) — 29 Ιουνίου 1961
Μέρος Α΄
«Ελευθερία», 25 Ιουνίου 1961 — Σελίδες 1 και 5
Οι Άγγλοι, που έσπειραν τον σπόρο της φυλετικής διάκρισης, επινόησαν και εφάρμοσαν στην περίπτωση των Δήμων την αρχή της αυτοδιάθεσης ξεχωριστά για τους Έλληνες και ξεχωριστά για τους Τούρκους. — Οι απλοί Τούρκοι Κύπριοι νοσταλγούν την περίοδο της αγάπης και ειλικρινούς συνεργασίας των δύο συνοίκων στοιχείων.
Η 16η Ιουλίου 1961 έχει οριστεί ως η τελευταία ημερομηνία της ισχύος του περί Δήμων Νόμου, που παρατάθηκε. Μέχρι αυτή την ημερομηνία, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν υποχρέωση, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις σχετικές συμφωνίες, να καταλήξουν οριστικά στο ζήτημα των Δήμων και να προβούν σε διευθετήσεις, οι οποίες — βάσει του Συντάγματος — θα ισχύουν μέχρι τις 16 Φεβρουαρίου 1965. Όταν η τετραετής αυτή περίοδος εκπνεύσει, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος θα επανέλθουν στο ζήτημα για ν' αποφασίσουν κατά πόσο ο διαχωρισμός των Δήμων θα συνεχίσει να υφίσταται και πέρα από την περίοδο αυτή ή κατά πόσο τα Δημαρχεία θα ενοποιηθούν και πάλι και θα επανέλθουν στην προηγούμενή τους μορφή και κατάσταση.
Για όλα αυτά τα ζητήματα μού δόθηκε πολλές φορές η ευκαιρία να μιλήσω και να εκφέρω τις απόψεις μου· με την ευκαιρία όμως τώρα, κατά την οποία το ζήτημα κατ' ανάγκη θα συζητηθεί στην οριστική του μορφή και θα κλείσει για την τετραετή τουλάχιστον χρονική περίοδο, θεωρώ και πάλι χρέος μου προς την πόλη, αλλά και προς τον Κυπριακό λαό γενικότερα, να εκφράσω εκ νέου τις απόψεις και εισηγήσεις μου σε σειρά άρθρων μέσα από τις στήλες της «Ελευθερίας», η οποία με ευχαρίστηση δέχτηκε να με φιλοξενήσει.
Η κατ' αρχήν άποψή μου, την οποία διατύπωσα και ανέλυσα πλειστάκις στο παρελθόν και στην οποία εξακολουθώ να εμμένω, είναι ότι η δημιουργία δύο Δημαρχείων σε μία και την αυτή πόλη είναι εθνικά, οικονομικά και πολιτικά καταστρεπτική και συνεπώς ακατανόητη και απαράδεκτη.
Ενιαία και αδιαίρετη τοπική αυτοδιοίκηση.
Η άποψη αυτή στηρίζεται στη διεθνώς αναγνωρισμένη αρχή ότι τα ζητήματα μιας πόλης — ανεξάρτητα από την εθνολογική σύνθεση των κατοίκων της και ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία αυτή βρίσκεται — είναι ζητήματα ΚΟΙΝΑ για όλους τους δημότες και συνεπώς η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι απαραίτητα μία, ενιαία και αδιαίρετη.
Κανένας διεθνώς αναγνωρισμένος νόμος, καμία διεθνώς αναγνωρισμένη αρχή και κανένα σύνταγμα οποιασδήποτε χώρας του κόσμου δεν επιτρέπει τη διαίρεση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε δύο Τοπικές Αρχές σε μία και την αυτή πόλη, και αυτό ασφαλώς δεν οφείλεται στις διαθέσεις των Κυβερνήσεων ή των ιθυνόντων αλλά πηγάζει από αρχές και αξίες, οι οποίες δημιουργήθηκαν και θεμελιώθηκαν μέσα από τους αιώνες και αναγνωρίστηκαν και έγιναν σεβαστές από την ίδια τη ζωή και την ιστορία των δραστηριοτήτων του ανθρώπου.
Και είναι — ως εκ τούτου — πολύ φυσικό το γεγονός ότι σε καμία άλλη χώρα του κόσμου — είτε αυτή βρίσκεται στην Ευρώπη είτε στην Ασία, είτε στο νέο ημισφαίριο — δεν υπάρχει πόλη στην οποία να υπάρχουν δύο χωριστές Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης, και μάλιστα Αρχές που να στηρίζονται στην εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού ή σε φυλετική διαίρεση.
Είναι — επιπρόσθετα — πολύ φανερό ότι στη δική μας περίπτωση, η οποία αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση σε όλο τον κόσμο, παρεισέφρησαν λόγοι άσχετοι προς αυτές τις αρχές και αξίες, λόγοι οι οποίοι συγκρούονται με αυτές τις αρχές και αυτές τις αξίες, λόγοι δηλαδή εξυπηρέτησης πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Μέχρι το 1958 τα Δημαρχεία ήταν Κοινά και τα Δημοτικά Συμβούλια, τα οποία ήταν αντιπροσωπευτικά από πλευράς εθνικής ή θρησκευτικής σύνθεσης του πληθυσμού, εργάζονταν για την κοινή εξυπηρέτηση όλων των δημοτών, είτε Έλληνες ήταν αυτοί είτε Τούρκοι είτε Αρμένιοι, χωρίς να διαπιστωθεί οποιαδήποτε αδικία σε βάρος των συμφερόντων οποιασδήποτε μερίδας.
Οι Τούρκοι εξυπηρετούνταν χωρίς καμία διάκριση και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συνεισφορά τους ή η προσφορά τους προς αντιμετώπιση των προβλημάτων της πόλης, και κανένας Έλληνας δημοτικός άρχοντας δεν διανοήθηκε καν ότι έπρεπε η προσφορά της Δημοτικής Αρχής έναντι των Τούρκων δημοτών να είναι ανάλογη προς τη σε χρήμα συνεισφορά των Τούρκων στα κοινά.
Αντίθετα μάλιστα, οι αριθμοί δείχνουν ότι η προσφορά αυτή ήταν πολλαπλάσια της αντίστοιχης συνεισφοράς, και αυτό βεβαίως γινόταν ενσυνείδητα και με καλή διάθεση για τον λόγο ακριβώς ότι η όλη δράση των Δημοτικών Συμβουλίων στηριζόταν σε πρόγραμμα γενικής εξυπηρέτησης των δημοτών χωρίς καμία διάκριση.
Οι εμπνευστές σατανικού σχεδίου.
Και ενώ τα πράγματα πήγαιναν τόσο ομαλά και οι δημότες αισθάνονταν τη χαρά και την ικανοποίηση της γενικής εξυπηρέτησης, οι Άγγλοι αποικιστές — οι οποίοι διέβλεπαν ότι ο άνεμος δεν τους ήταν βοηθητικός και γρήγορα θα ήταν υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν τη Νήσο — εφεύραν και λάνσαραν το σατανικό σύνθημα της εφαρμογής της αρχής της αυτοδιάθεσης ξεχωριστά για τους Έλληνες και ξεχωριστά για τους Τούρκους.
(Συνέχεια στην 7η, 8η και 9η στήλη της 5ης σελ.)
(Συνέχεια από την 1η σελ.)
Όμως αυτό το σύνθημά τους (το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, δεν είχαν την τόλμη να θέσουν και ενώπιον του ΟΗΕ, στον οποίο συζητιόταν το Κυπριακό) δεν μπορούσε πρακτικά να βρει την εφαρμογή του. Γι' αυτό και επινόησαν και εφάρμοσαν αυτή την «αρχή» στην περίπτωση των Δημαρχείων. Δειλά-δειλά οι Άγγλοι Κυβερνήτες έλεγαν τότε ότι η δημιουργία ξεχωριστών Τουρκικών Δημαρχείων αποτελεί έμπρακτη εφαρμογή του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης εν μικρογραφία!!!
Και ασφαλώς — ενώ ανοιχτά δεν τόλμησαν να διακηρύξουν αυτό το πράγμα — είναι βέβαιο ότι η ιδέα του διαχωρισμού των Δήμων ξεκινά βασικά και αποβλέπει ουσιαστικά στην εξυπηρέτηση του σκοπού του μελλοντικού διαχωρισμού της Κύπρου στα δύο.
Εδώ ακριβώς οι Άγγλοι έσπειραν τον σπόρο της φυλετικής διάκρισης, και νομίζω ότι αυτή η διαπίστωση πρέπει να γίνει η γενική διαπίστωση όλων μας για να προληφθεί το κακό πριν προχωρήσει προς την ολοκλήρωσή του. Διότι, είτε το θέλουμε είτε όχι, τα πράγματα οδηγούνται οριστικά προς αυτή την κατεύθυνση και θα εξαρτηθεί από εμάς όλους, και Έλληνες και Τούρκους, η πρόληψη και η θεραπεία του.
Διότι, εφόσον έχουμε ήδη ξεχωριστά Κοινοβούλια, ξεχωριστά Δικαστήρια, ξεχωριστά συνεργατικά ιδρύματα, ξεχωριστή σχεδόν οικονομική και κοινωνική ζωή, γιατί να μην αναμένουμε ότι θα φτάσουμε εκεί που βρίσκονται σήμερα στην Αμερική και τη Νότιο Αφρική, όπου υπάρχουν ξεχωριστά πάρκα για τους μαύρους, ξεχωριστά λεωφορεία για τους μαύρους και ξεχωριστοί δρόμοι και τόποι συγκέντρωσης για τους μαύρους;
Θα ήθελα ιδιαίτερα να τονίσω και να υπογραμμίσω αυτό το σημείο, διότι διαισθάνομαι ότι εάν δεν επικρατήσει η λογική και εάν δεν πρυτανεύσει το πνεύμα της αλληλοκατανόησης και της συνεργασίας και δεν βρεθούν οι δρόμοι που θα μας οδηγήσουν έξω από τη λαβυρινθώδη κατάσταση που δημιουργείται, ούτε ο μίτος της Αριάδνης θα μας βοηθήσει μήτε και οι ευχές θα μας φανούν χρήσιμες και εξυπηρετικές.
Το ζήτημα είναι και Έλληνες και Τούρκοι να κατανοήσουν ότι οδηγούμαστε προς το βάραθρο. Πρέπει να ξαναβρούμε τους εαυτούς μας και να προσπαθήσουμε να ξανασυνειδητοποιήσουμε ότι κοινά είναι τα συμφέροντά μας.
Προσωπικά πιστεύω ότι αυτή την ανάγκη την κατανοούν όχι μόνο οι Έλληνες, αλλά και οι απλοί Τούρκοι Κύπριοι. Από την επαφή που έχω μαζί τους σχημάτισα την πεποίθηση ότι οι απλοί άνθρωποι του λαού θυμούνται τα παλιά καλά χρόνια της αγάπης και της ειλικρινούς συνεργασίας και νοσταλγούν τη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για να επανέλθουμε στα ίδια, να ξαναζωντανέψει η παλιά συνείδηση, να δημιουργηθούν οι παράγοντες της επανασύνθεσης και της συνεργασίας και ν' αποφευχθεί με αυτόν τον τρόπο η οριστική φυλετική διάκριση, η οποία με μαθηματική ακρίβεια θα μας οδηγήσει στην άβυσσο της καταστροφής.
«Διαίρει και βασίλευε».
Από τα παραπάνω είναι πέρα από κάθε αμφιβολία φανερό ότι τη δημιουργία ξεχωριστών Τουρκικών Δημαρχείων την υπαγόρευσαν όχι λόγοι εξυπηρέτησης των λεγόμενων «ιδιαίτερων Τουρκικών συμφερόντων», αλλά λόγοι πολιτικής σκοπιμότητας, λόγοι οι οποίοι βασικά και ουσιαστικά εξυπηρετούν τους ιμπεριαλιστές, δόγμα των οποίων είναι «το διαίρει και βασίλευε».
Οι Άγγλοι επέβαλαν μία συμφωνία, η οποία τους εξασφαλίζει πολλά και [……]α δικαιώματα στην Κύπρο, δικαιώματα τα οποία [……]μνουν στην κατάλληλη δεδομένη στιγμή τους πραγματικούς κυρίαρχους. Από τις βάσεις όπου βρίσκονται με απόλυτα και πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα, επιθυμούν να κρατούν τα ηνία, με προσπάθεια καθετί που γίνεται να εξυπηρετεί τη δική τους πολιτική και τα δικά τους συμφέροντα. Και ασφαλώς τα συμφέροντα των πρώην κυριάρχων μας και νυν συγκυριάρχων δεν είναι ταυτόσημα με τα συμφέροντα του Κυπριακού λαού.
Οι Άγγλοι έχουν κάθε λόγο να κρατούν τον λαό μας διαιρεμένο και κυρίως διαιρεμένους τους Έλληνες και τους Τούρκους. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο προσπάθησαν να μεταφυτεύσουν στη συνείδηση των Τούρκων ότι ήταν αδικημένοι, ότι οι Έλληνες δημοτικοί άρχοντες περιφρονούσαν και καταπατούσαν τα συμφέροντά τους και ότι από πλευράς αυτοδιάθεσης έχουν δικά τους, εντελώς ιδιαίτερα συμφέροντα. Έτσι υποχρέωσαν τους Τούρκους ιθύνοντες να διακηρύξουν πριν από τρία περίπου χρόνια ότι οι αδικίες σε βάρος της Τουρκικής μειονότητας εκ μέρους των Ελλήνων ήταν τόσο μεγάλες και τόσο [αβάσταχτες;], ώστε τους υποχρέωναν να παραβούν τον νόμο και να δημιουργήσουν δικά τους Δημαρχεία προς προάσπιση των συμφερόντων τους.
Αυτό φυσικά αποτελεί το πρόσχημα. Η αιτία όμως είναι άλλη. Η αιτία είναι να κρατηθεί ο λαός διαιρεμένος και μάλιστα διαιρεμένος σε «εθνολογική» βάση, με αποκλειστική επιδίωξη τη ματαίωση της πραγματοποίησης των σκοπών που επιδιώκει ο λαός μας, της εξασφάλισης δηλαδή της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας του.
Μέρος Β΄
«Ελευθερία», 27 Ιουνίου 1961 — Σελίδες 1 και 5
Με στατιστικά στοιχεία καταρρίπτονται ισχυρισμοί των Τούρκων ιθυνόντων περί αδικιών και καταπάτησης των συμφερόντων των Τούρκων δημοτών από τους Δήμους. — Μία κοινή διακήρυξη που μιλάει εύγλωττα.
ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ
Έχουν όμως δίκιο οι Τούρκοι ιθύνοντες όταν ισχυρίζονται ότι υπήρξαν σε βάρος των Τούρκων δημοτών αδικίες και ότι περιφρονήθηκαν και καταπατήθηκαν τα συμφέροντά τους;
Απάντηση σε αυτό το ερώτημα δίνει η πλήρης και εμπεριστατωμένη στατιστική έκθεση των Δημάρχων Κύπρου, η οποία ετοιμάστηκε και δημοσιεύτηκε ευθύς μετά τη δημιουργία των ξεχωριστών Δημαρχείων στις κυριότερες πόλεις της Νήσου.
Στην έκθεση αυτή παρατίθενται πλήρη στοιχεία, σε βαθμό μάλιστα κατά τον οποίο κανένας καλόπιστος άνθρωπος δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι τα επιχειρήματα και τα προσχήματα των Τούρκων ιθυνόντων καταρρακώνονται και καταρρέουν.
Επειδή όμως το κυριότερο επιχείρημα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για να ενισχύσει την προσπάθεια της δημιουργίας ξεχωριστών Τουρκικών Δημαρχείων, ήταν και είναι η «αδικία» που έγινε σε βάρος των Τούρκων δημοτών, θα ήθελα, εν συντομία, ν' αναφέρω εδώ ορισμένα στοιχεία με τα οποία αποδεικνύεται πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ανυπόστατος.
ΙΔΟΥ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Τα στοιχεία αυτά φαίνονται στα επίσημα βιβλία του Δήμου Αμμοχώστου, και εάν αναφέρονται τώρα δεν είναι για να υποβληθεί με οποιονδήποτε τρόπο ότι μετανοήσαμε για όσα πράξαμε για τους φίλους μας Τούρκους, αλλά για να καταδειχθεί για μία ακόμη φορά η καλή μας πίστη, η καλή μας διάθεση και η ετοιμότητά μας να προσφέρουμε στους αδελφούς Τούρκους κάθε δυνατή εξυπηρέτηση σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι εξυπηρετούμε τους Έλληνες συνδημότες μας.
Βάσει της επίσημης απογραφής του 1956 (και αναφέρομαι στην απογραφή του 1956 ως πλησιέστερη προς την περίοδο για την οποία γράφω) ο πληθυσμός της πόλης Αμμοχώστου ήταν 26.763. Από αυτούς 20.413, ήτοι το 76,28%, ήταν Έλληνες, 4.473, ήτοι το 16,72%, ήταν Τούρκοι και 1.877, ήτοι το 7%, άλλες εθνικότητες.
Λογικά θα περίμενε κανείς ότι το Συμβούλιο θα κατάρτιζε τέτοιο πρόγραμμα ώστε τα βάρη της φορολογίας να είναι ανάλογα προς το ποσοστό της σύνθεσης του πληθυσμού, και πιθανόν να ακουγόταν και η φωνή που θα υποστήριζε ότι, εφόσον οι Έλληνες αποτελούν το 76% του πληθυσμού, πρέπει να συνεισφέρουν και ανάλογο ποσό, και ότι το ίδιο θα έπρεπε να συμβεί και με τους Τούρκους, δηλαδή να συνεισφέρουν το 17% και οι άλλοι το 7%· το Συμβούλιο όμως ποτέ δεν σκέφτηκε με αυτόν τον τρόπο. Και οι αριθμοί δείχνουν ότι — ενώ οι Έλληνες σήκωναν όλο σχεδόν το βάρος της κίνησης της δημοτικής μηχανής και της δημιουργίας κοινωφελών έργων — στους Τούρκους προσφέρονταν πολύ περισσότερα. Έτσι, ενώ ο μέσος όρος της συνεισφοράς των Τούρκων ήταν στον επαγγελματικό φόρο 7%, στις άλλες άδειες 5%, στις άδειες οικοδομής 5%, στα διαπύλια των Δημοτικών Αγορών 1,5%, στον κτηματικό φόρο 6% και στις θεατρικές και κινηματογραφικές παραστάσεις 4%, και συνολικά εισπράττονταν μόνο £5.000 ετησίως, στον τομέα των εξόδων δεν ακολουθούνταν η ίδια αναλογία. Το Συμβούλιο διέθετε πέρα από £25.000 ετησίως προς κάλυψη των αναγκών των Τούρκων· διατίθονταν δηλαδή τα 25% σχεδόν του Προϋπολογισμού του Δήμου προς εξυπηρέτηση της Τουρκικής Μειονότητας.
Η ίδια κατάσταση παρατηρούνταν σε όλους τους τομείς της δραστηριότητας του Δημοτικού Συμβουλίου.
(Συνέχεια στην 3η, 4η και 5η στήλη της 5ης σελ.)
(Συνέχεια από την 1η σελ.)
Για παράδειγμα, στον τομέα της ασφαλτόστρωσης δρόμων, στην Παλιά Πόλη — όπου κατοικούν Τούρκοι — το ολικό μήκος των δρόμων είναι 6,15 μίλια. Οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι κάλυπταν 4,20 μίλια και μόνο 2,45 μίλια δρόμων ήταν χωρίς άσφαλτο. Κατά τη διάρκεια των πρώτων τεσσάρων χρόνων της θητείας του παρόντος Δημοτικού Συμβουλίου, και συγκεκριμένα από τον Ιούνιο του 1953 μέχρι τον Ιούνιο του 1957, ασφαλτοστρώθηκαν στην Παλιά Πόλη δρόμοι συνολικής έκτασης 2 μιλίων, ήτοι το 36,8% της ολικής έκτασης των δρόμων στην Παλιά Αμμόχωστο.
Στα Βαρώσια, όπου το ολικό μήκος των δρόμων είναι 144,35 μίλια, οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι κάλυπταν, κατά την περίοδο για την οποία μιλάμε, 28,80 μίλια και οι χωρίς άσφαλτο δρόμοι κάλυπταν έκταση 115,55 μιλίων.
Μέσα στην ίδια περίοδο των 4 ετών ασφαλτοστρώθηκαν δρόμοι έκτασης δέκα μιλίων, ήτοι το 6,9% της ολικής έκτασης δρόμων, σε αντίθεση προς το 36,8% στην Παλιά Αμμόχωστο.
Αλλά και στον τομέα των δανείων δεν θελήσαμε να αδικήσουμε τους Τούρκους φίλους μας.
Ο Δήμος, μέχρι την περίοδο για την οποία γράφουμε, σύναψε δάνεια που ανέρχονταν σε £362.771. Από αυτό το ποσό το Συμβούλιο διέθεσε £66.841, ήτοι το 18,43%, για σκοπούς της Παλιάς Αμμοχώστου. Ανεγέρθηκαν εργατικές κατοικίες (73 τον αριθμό), αγοράστηκαν οικόπεδα γι' αυτές τις κατοικίες, ανεγέρθηκε δημοτική αγορά κ.λπ., χωρίς σε αυτό το ποσό να περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν για τον ηλεκτροφωτισμό, την υδατοπρομήθεια και τις σχετικές επεκτάσεις.
Αλλά και για την πληρωμή εισιτηρίων των άπορων Τούρκων μαθητών Μέσης Παιδείας φροντίζαμε, όπως φροντίζαμε και για το συσσίτιό τους καθώς και για όλα τα έξοδα των εθνικών εορτών της Τουρκικής μειονότητας.
Για όλη αυτή τη δράση μας, γι' αυτή μας την καλή διάθεση και για τη συγκεκριμένη προσφορά μας προς την Τουρκική μειονότητα, δεχτήκαμε πολλές φορές τα συγχαρητήρια όχι μόνο των απλών Τούρκων δημοτών αλλά και των ίδιων των Τούρκων Δημοτικών Συμβούλων, οι οποίοι ομολογουμένως — πριν οι Εγγλέζοι βάλουν το δάχτυλό τους — συνεργάστηκαν μαζί μας με ειλικρίνεια, τιμιότητα και ανυστεροβουλία.
Είναι λοιπόν φως φανερό ότι καθετί που έγινε προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ξεχωριστών Τουρκικών Δήμων έγινε προς εξυπηρέτηση αθέμιτων πολιτικών σκοπών και επιδιώξεων.
ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΔΙΑΜΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ
Η δημιουργία ξεχωριστών Τουρκικών Δημαρχείων έγινε σε μία περίοδο όξυνσης των πολιτικών αντιθέσεων, μιας σκόπιμης όξυνσης, με τρόπο ώστε αφενός μεν να «δικαιολογείται» η ύπαρξη ξεχωριστής Τουρκικής κατάστασης, αφετέρου δε να περιπλέκεται η λύση του Κυπριακού ζητήματος.
Τώρα που τα εξημμένα πνεύματα έχουν κατευναστεί και, καλώς ή κακώς, φτάσαμε σε μία νέα κατάσταση πραγμάτων, την οποία οι μεν Έλληνες δεν ανέμεναν, οι δε Τούρκοι δεν έλπιζαν, είναι καιρός να σκεφτούμε με μεγαλύτερη νηφαλιότητα.
Είναι καιρός να εκτιμήσουμε ότι η δημιουργία ξεχωριστών Τουρκικών Δημαρχείων στις πόλεις όχι μόνο αντιστρατεύεται διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές και αξίες, αλλά και σπείρει τον σπόρο μιας διαίρεσης η οποία, στη μακρινή προοπτική, μπορεί να αποτελέσει μία μόνιμη κατάσταση, βάσει της οποίας δεν αποκλείεται να επιδιωχθεί από τους εχθρούς των συμφερόντων του Κυπριακού λαού η οριστική διαίρεση και ο διαμελισμός της Νήσου.
Μία τέτοια κατάσταση δεν θα είναι μόνο για τους Έλληνες επιζήμια. Θα είναι εξίσου ή ακόμη και σε μεγαλύτερο βαθμό επιζήμια και για τους Τούρκους. Αποτελεί δε για μένα πίστη ότι τους Τούρκους και τους Έλληνες τίποτε δεν τους χωρίζει, εκτός βεβαίως από την τεχνηέντως και με υποβολιμαίο τρόπο δημιουργούμενη διαχωριστική κατάσταση. Στα αυτιά μου αντηχούν ακόμη οι σαφείς και κατηγορηματικές δηλώσεις στις οποίες προέβησαν οι Τούρκοι εκπρόσωποι σε μία κοινή σύσκεψη Ελλήνων και Τούρκων, η οποία κλήθηκε και έλαβε χώρα στα Δημοτικά Γραφεία Αμμοχώστου στις 5/6/1956. Μέσα σε μία ατμόσφαιρα εγκαρδιότητας, μέσα σε μία ατμόσφαιρα ειλικρινούς διάθεσης εξυπηρέτησης των κοινών συμφερόντων και μία ατμόσφαιρα αισιοδοξίας προς το μέλλον, όλοι, Έλληνες και Τούρκοι, διακήρυξαν πριν από πέντε χρόνια: «.... Όλοι καταλήξαμε στο ομόφωνο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα της Κύπρου είναι πρόβλημα πολιτικό. Όμως η σύσκεψη δεν κλήθηκε με σκοπό να μελετήσει το πολιτικό πρόβλημα, καθότι πιστεύει ότι οποιεσδήποτε και εάν είναι οι σημερινές ή οι μελλοντικές εξελίξεις του, οι Έλληνες και οι Τούρκοι θα εξακολουθήσουν να ζουν στην ίδια πόλη, στην ίδια περιοχή και στο ίδιο χωριό, όχι διότι αυτό είναι ζήτημα προτίμησης ή αρέσκειας αλλά διότι είμαστε όλοι μέλη ενός ενιαίου και αδιάσπαστου συνόλου, το οποίο έχει κοινά οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα».
«Στη σύσκεψη τονίστηκε από όλους τους ομιλητές — συνεχίζει η διακήρυξη — Έλληνες και Τούρκους, ότι είμαστε όλοι αδέλφια και πρέπει να ζήσουμε ως αδέλφια — ανεξάρτητα — από το εάν έχουμε πολιτικές αντιλήψεις και απόψεις διαφορετικές. Ας αναλογιστούμε ότι μέχρι σήμερα ζήσαμε μαζί εν αγάπη και αρμονία, ότι κατοικήσαμε μαζί, ότι φάγαμε στο ίδιο τραπέζι, ότι συχνάζαμε στο ίδιο κέντρο, ότι εργαστήκαμε και εργαζόμαστε στον ίδιο τόπο και υπό τις ίδιες συνθήκες ως φίλοι, συνεργάτες και σύντροφοι».
Και η ιστορική αυτή διακήρυξη υπογραμμίζει εν κατακλείδι: «... Εμπρός, λοιπόν, με σύνθημα: Οι Έλληνες και οι Τούρκοι της Κύπρου κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και περιστάσεις να ζήσουν μαζί αδελφωμένοι και αγαπημένοι».
Θεώρησα σκόπιμο να παραθέσω αυτά τα λόγια, διότι είναι λόγια τα οποία εκφράζουν τα πραγματικά και γνήσια συναισθήματα όλου του λαού και διότι πιστεύω ότι αυτά τα συναισθήματα εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα.
Εάν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, και αναμφίβολα έτσι έχουν, τότε δεν είναι καθόλου δύσκολο να κατανοηθεί ποιος σκοπός επιδιώκεται να εξυπηρετηθεί από τη δημιουργία των ξεχωριστών Δημαρχείων.
Μέρος Γ΄
«Ελευθερία», 28 Ιουνίου 1961 — Σελίδες 5 και 6
Τη διαίρεση των Δήμων θα την ακολουθήσει επιδίωξη εδαφικού διαμελισμού της Νήσου. — Σήμερα, όχι αύριο, ο καταλληλότερος καιρός ενοποίησης των Δήμων. — Τι πρέπει να γίνει εάν η Τουρκική πλευρά επιμένει μέχρι τέλους στον διαχωρισμό.
Το άρθρο 20 της Συμφωνίας Ζυρίχης — Λονδίνου και το άρθρο 173 του Συντάγματος προνοούν τη δημιουργία τέτοιων Δημαρχείων στις πέντε κυριότερες πόλεις της Νήσου. Τα ίδια άρθρα προνοούν ότι ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος θα εξετάσουν μέσα σε τέσσερα χρόνια το ζήτημα του κατά πόσο αυτός ο διαχωρισμός των Δήμων θα συνεχίσει να υφίσταται ή εάν τα Δημαρχεία θα ενοποιηθούν σε έναν και μόνο για κάθε πόλη Δήμο.
Νομίζω ότι είναι χρέος του καθενός μας, και μάλιστα χρέος ιερό, να εκτιμήσουμε όλοι από τώρα σωστά την κατάσταση για ν' αποφύγουμε την παγίδα η οποία τόσο τεχνηέντως έχει τοποθετηθεί στον δρόμο μας. Και εννοώ να εκτιμήσουμε σωστά την κατάσταση όλοι, και Έλληνες και Τούρκοι. Διότι είναι βέβαιο από τώρα ότι οι εχθροί του λαού και των συμφερόντων του, άπαξ και τα Δημαρχεία δημιουργηθούν, θα προσπαθήσουν ώστε η δημιουργία των ξεχωριστών Τουρκικών Δημαρχείων ν' αποτελέσει όχι μία προσωρινή — όπως προνοεί η συμφωνία και το Σύνταγμα — κατάσταση, αλλά μία σταθερή και μόνιμη κατάσταση, από την οποία καμία δύναμη δεν θα μπορέσει να μας βγάλει.
Την ύπαρξη ξεχωριστών Δημαρχείων θα τη συνοδεύσει η προσπάθεια της δημιουργίας μιας νέας κατάστασης πραγμάτων, χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας θα είναι να δημιουργηθεί το ξεχωριστό «Τουρκικό εθνικό φρόνημα» και να προσδοθεί «εθνικός» χαρακτήρας σε κάθε δημοτική εκδήλωση και δραστηριότητα, με αποκλειστική επιδίωξη την εξυπηρέτηση γνωστών σε εμάς σκοπών.
Το κακό θα είναι ακόμη μεγαλύτερο εάν μέσα στη δικαιοδοσία των Τουρκικών Δημαρχείων περιληφθούν και Έλληνες και Ελληνική περιουσία. Εφόσον ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των δημοτών υπό την καλώς νοούμενη έννοιά της αλλά η εξυπηρέτηση απώτερων πολιτικών επιδιώξεων, είναι βέβαιο ότι με τον καιρό ο Ελληνικός πληθυσμός θα εξοστρακιστεί, και δεν πρέπει ν' αποκλειστεί η δυνατότητα της δημιουργίας καθαρά Ελληνικής και καθαρά Τουρκικής περιοχής, γεγονός το οποίο θα αποτελέσει πρώτον μία ουσιαστική διαίρεση με βάση τη φυλετική διάκριση, και δεύτερον το πείραμα για τον επιδιωκόμενο εδαφικό διαμελισμό της Νήσου.
Συνεπώς από την Ελληνική πλευρά επιβάλλεται να τεθεί σαφώς το ζήτημα σε αυτή τη βάση και να ζητηθεί να μην προχωρήσουμε στη δημιουργία ξεχωριστών Τουρκικών Δήμων, εφόσον οι συνέπειες θα είναι γενικά επιζήμιες για όλους τους Κυπρίους.
Η διαίρεση θα έχει ως αναπόφευκτο επακόλουθο τη μη ύπαρξη επαφής και τη δημιουργία της εστίας των προστριβών, των παρεξηγήσεων και της συνεχούς σύγκρουσης, και προς το συμφέρον όλων μας επιβάλλεται ν' αποφευχθεί.
Ο καταλληλότερος καιρός για την ενοποίηση των Δήμων είναι το σήμερα και όχι το αύριο. Αύριο πιθανόν να είναι αργά, πολύ αργά για όλους, καθότι οι συνέπειες θα επηρεάσουν ολόκληρο τον λαό, αδιακρίτως και ανεξάρτητα από την εθνικότητα και τη θρησκεία.
Γι' αυτό και η πρότασή μας, η οποία πρέπει να επέχει θέση ύστατης έκκλησης προς την Τουρκική πλευρά, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη. «Μακριά από τη διαίρεση των πόλεων. Μακριά, διότι σπείρεται ο σπόρος της διχοτόμησης με όλα τα κακά επακόλουθά της».
ΝΑ ΜΗ ΚΑΘΟΡΙΣΤΟΥΝ ΖΩΝΕΣ Ή ΟΡΙΑ
Εάν η πρόταση — έκκλησή μας δεν βρει την πρέπουσα απήχηση και δεν τύχει της δέουσας ανταπόκρισης, το δεύτερο βήμα που πρέπει να κάνουμε είναι ν' αγωνιστούμε προς πρόληψη του εδαφικού διαμελισμού των πόλεων. Εάν ο Αντιπρόεδρος και οι Τούρκοι πολιτικοί παράγοντες επιθυμούν την ύπαρξη ξεχωριστών Τουρκικών Δημαρχείων και επιμένουν στην εφαρμογή του δικαιώματος που τους προσφέρει η συμφωνία και το Σύνταγμα, τότε η δική μας προσπάθεια πρέπει ν' αποβλέπει στο να μην πραγματοποιηθεί ο εδαφικός διαμελισμός με τον καθορισμό ορίων ή ζωνών.
Τα Τουρκικά Δημαρχεία μπορούν να λειτουργήσουν, ανεξάρτητα βεβαίως από τις συνέπειες, χωρίς να καθοριστούν σύνορα ή ζώνες. Μπορούν να λειτουργούν για να συλλέγουν τους φόρους από τους Τούρκους δημότες και να μαζεύουν τα σκουπίδια από τα σπίτια τους, όπου και εάν αυτοί βρίσκονται, χωρίς να τοποθετηθούν οι πινακίδες ή τα συρματοπλέγματα που θα καθορίζουν τα «Τουρκικά σύνορα».
Άλλωστε η συμφωνία και το σύνταγμα προνοούν για τη δημιουργία ενός Συντονιστικού Σώματος, το οποίο θ' αποτελείται από δύο Έλληνες και δύο Τούρκους με «ανεξάρτητο» Πρόεδρο και θα φροντίζει για τα «κοινού ενδιαφέροντος ζητήματα», και συνεπώς ο εδαφικός διαμελισμός σε τίποτε καλό δεν πρόκειται να εξυπηρετήσει.
Αυτές τις απόψεις και τις συγκεκριμένες εισηγήσεις μου τις διαβίβασα με επιστολές και υπομνήματα τόσο προς τον Πρόεδρο όσο και προς τον Αντιπρόεδρο της Κυπριακής Πολιτείας, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις μού δόθηκε η ευκαιρία να τις επαναλάβω και να τις αναλύσω.
Στην Επιτροπή που συστάθηκε από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο με σκοπό να μελετήσει και να εισηγηθεί ποιοι δρόμοι θα υπαχθούν στο Ελληνικό και ποιοι δρόμοι στο Τουρκικό Δημαρχείο, και η οποία αποτελούνταν — ως γνωστόν — από Έλληνες και Τούρκους, θέσαμε καθαρά τις απόψεις μας και υπογραμμίσαμε τους κινδύνους που θα διατρέξουμε όλοι. Τονίσαμε ότι η δημιουργία ξεχωριστών Δημαρχείων δεν είναι νοητή ούτε από πλευράς νομικής, ούτε από πλευράς διοικητικού δικαίου, μήτε και από δημοσιονομική ή κοινωνική πλευρά. Και αναπτύξαμε εν πλάτει τις απόψεις μας, προς τις οποίες, ενώ δεν είχαμε αντιγνωμία εκ μέρους των Τούρκων αντιπροσώπων όσον αφορά τις καταστρεπτικές συνέπειες που θα ακολουθήσουν τη δημιουργία ξεχωριστών Δήμων και τον διαμελισμό, εν τούτοις αντιμετωπίσαμε την επιμονή τους στον εδαφικό διαμελισμό, τον οποίο βλέπουν ως αλληλένδετο με τη δημιουργία των ξεχωριστών Τουρκικών Δημαρχείων.
Η επιμονή αυτή των Τουρκικών μελών, η οποία στηρίζεται στην εσφαλμένη αντίληψη ότι δεν είναι (γι' αυτούς) νοητή η ύπαρξη ξεχωριστών Τουρκικών Δημαρχείων χωρίς την ύπαρξη και ξεχωριστών Τουρκικών Δημοτικών ορίων, είναι για εμάς επιμονή αντίθετη και προς τη συμφωνία, η οποία — ας σημειωθεί — δεν αναφέρει τίποτε περί καθορισμού ορίων, αλλά και προς αυτό τούτο το σύνταγμα.
Το άρθρο 20 της Συμφωνίας και το άρθρο 173 του Συντάγματος προνοούν την ίδρυση ξεχωριστών Δημαρχείων στις πέντε κυριότερες πόλεις της Κύπρου από τους Τούρκους δημότες για τους Τούρκους δημότες. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι θα δημιουργηθούν ξεχωριστά Δημαρχεία από τους Τούρκους και για Έλληνες, προφανώς διότι οι συγγραφείς της συμφωνίας και οι συντάκτες του άρθρου θα γελοιοποιούνταν εάν σημείωναν ότι θα γίνουν ξεχωριστά Δημαρχεία, Τουρκικά μεν αλλά για Έλληνες δημότες. Είναι λοιπόν αναμφισβήτητο το γεγονός ότι η συμφωνία και
(Συνέχεια στην 7η στήλη της 6ης σελίδας.)
(Συνέχεια από την 5η σελ.)
το σύνταγμα προνοούν για Τουρκικά Δημαρχεία αλλά για τους Τούρκους μόνο, και η Τουρκική πλευρά θα ήταν ίσως περισσότερο εντός του «δικαίου» της εάν επέμενε να οριστούν ζώνες ή όρια στις περιοχές οι οποίες κατοικούνται αποκλειστικά και μόνο από Τούρκους και η εντός αυτών περιουσία είναι περιουσία καθαρά Τουρκική, συμπαγής, ενιαία και συνεχόμενη.
Η Τουρκική όμως πλευρά δεν περιορίστηκε στα «δικαιώματα» που της προσέφερε η συμφωνία και το Σύνταγμα. Η Τουρκική πλευρά βγήκε κατά πολύ από τα όρια των δικαιωμάτων της, με σαφή προσπάθεια και επιδίωξη να τοποθετήσει τα όρια των Δημαρχείων της έξω από τα δικά της όρια και μάλιστα να τα τοποθετήσει στο κέντρο των δημοτικών ορίων των πόλεων.
Ειδικά, για ό,τι αφορά την Αμμόχωστο, η Τουρκική πλευρά αξίωσε να οριστούν τα Τουρκικά δημοτικά όρια όχι σε τμήμα της Παλιάς πόλης — όπως θα ανέμενε ένας ψύχραιμος και λογικός άνθρωπος — αλλά στην καρδιά της πόλης, μέχρι το τέρμα των δημοτικών ορίων στην Έγκωμη, με την περίληψη μέσα σε αυτά 70 οδών Ελληνικών και Ελληνικής περιουσίας ανυπολόγιστης έκτασης και αξίας.
ΑΥΡΙΟ: Στη Λευκωσία οι Τούρκοι ζητούν τη μισή πόλη, το ίδιο και για τη Λεμεσό, ενώ αποδοχή των αξιώσεών τους για την Πάφο και τη Λάρνακα θα σήμαινε τραγωδία.
Μέρος Δ΄ (τελευταίο)
«Ελευθερία», 29 Ιουνίου 1961 — Σελίδα 2
Δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε παραχώρηση προς τις απόψεις των Τούρκων που επιδιώκουν διχοτόμηση των πόλεων. — Μη ενοποίηση των Δήμων θα σήμαινε θρήνους πάνω σε ερείπια.
Αλλά η κατάσταση αυτή δεν παρατηρείται και δεν περιορίζεται μόνο στην Αμμόχωστο. Στη Λευκωσία οι Τούρκοι ζητούν τη μισή πόλη, όπως συμβαίνει και στη Λεμεσό, στη Λάρνακα και στην Πάφο, και θ' αποτελούσε το λιγότερο τραγωδία εάν εκδηλωνόταν πρόθεση αποδοχής των Τουρκικών απαιτήσεων. Οι διεκδικούμενες περιοχές κατοικούνται από Έλληνες, οι εντός αυτών τεράστιας έκτασης και αξίας περιουσίες είναι Ελληνικές, και κανένα επιχείρημα δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει οποιαδήποτε εκ μέρους μας παραχώρηση, εφόσον τέτοια απαίτηση ή παραχώρηση συγκρούεται με το γράμμα και το πνεύμα της συμφωνίας και του συντάγματος.
Ειδικά για τη Λευκωσία η διαχωριστική γραμμή θα βρίσκεται στο κέντρο της πρωτεύουσας, και θα ήταν πολύ οδυνηρό εάν τόσο εμείς όσο και οι ξένοι οι οποίοι θα επισκέπτονται την πρωτεύουσα βρισκόμασταν ενώπιον μιας κατάστασης η οποία θα θυμίζει την περίοδο της έκτακτης ανάγκης, κατά την οποία η Λευκωσία ήταν διαχωρισμένη με συρματοπλέγματα στα δύο, και θα φέρνει στη μνήμη όλων την περίπτωση της Ιερουσαλήμ, η οποία είναι χωρισμένη σε Εβραϊκό και Αραβικό τομέα, και θα παρουσιάζει μία όψη για την οποία οι μέλλουσες γενεές — εάν βεβαίως επιτραπεί κάτι τέτοιο — θα προσάψουν το μεγάλο κατηγορώ για την έλλειψη θάρρους προάσπισης των συμφερόντων του λαού.
Δεν είναι λοιπόν φανερό ότι οι Τούρκοι παραβαίνουν τη συμφωνία και το Σύνταγμα; Εάν επιμείνουν μέχρι τέλους σε αυτή την ακατανόητη αξίωση, και γίνει αυτή δεκτή, αυτό θα σημαίνει ότι τα ξεχωριστά Τουρκικά Δημαρχεία δεν δημιουργούνται από τους Τούρκους για τους Τούρκους, αλλά από τους Τούρκους για Τούρκους και Έλληνες, και συνεπώς δεν πρέπει να ονομάζονται Τουρκικά αλλά Τουρκοελληνικά Δημαρχεία.
Εμείς νομίζουμε ότι η επιμονή της Τουρκικής πλευράς πρέπει να θεωρηθεί ως αντίθετη και προς το γράμμα και προς το πνεύμα της Συμφωνίας και ως τέτοια πρέπει να αποκρουστεί. Αυτή μας τη γνώμη υποστήριξαν διάσημοι Άγγλοι νομομαθείς, οι οποίοι σαφώς υπέδειξαν ότι ο καθορισμός ορίων είναι αντίθετος προς τη συμφωνία, όπως και άλλοι ξένοι και συμπατριώτες νομικοί.
Είναι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο για τον οποίο και εμείς με τη σειρά μας υποδείξαμε ότι, εφόσον η Τουρκική πλευρά επιμένει στη δημιουργία ξεχωριστών Δημαρχείων, οφείλει να σεβαστεί τη συμφωνία και να μη ζητήσει κατάχρηση ενός δικαιώματος που της προσφέρθηκε. Αλλιώς δημιουργείται συνταγματικό ζήτημα, η επίλυση του οποίου πρέπει να επιδιωχθεί χάριν των γενικών συμφερόντων Ελλήνων και Τούρκων.
Δεν διαπνεόμαστε από αισθήματα αντιτουρκικά. Τους Τούρκους τους σεβόμαστε και τους εκτιμούμε ως αδέλφια μας. Τους σεβόμαστε και τους εκτιμούμε ως ανθρώπους με τους οποίους ζήσαμε μαζί, δουλέψαμε μαζί, φάγαμε μαζί και υπήρξαμε γενικά συνεργάτες και φίλοι.
Προσπάθειά μας είναι να εξυπηρετήσουμε τους Τούρκους όπως εξυπηρετούμε και τους Έλληνες, γιατί τα συμφέροντα όλων τα βλέπουμε ως κοινά και ταυτόσημα. Για εμάς δεν υπάρχουν Έλληνες και Τούρκοι, αλλά δημότες μόνο, και οι σκέψεις μας και οι ενέργειές μας δεν επηρεάζονται από πολιτικές σκοπιμότητες όταν πρόκειται να εξυπηρετήσουμε τους δημότες και τα συμφέροντα της πόλης. Εάν κάναμε ό,τι κάναμε και γράφουμε όσα γράφουμε, το κάνουμε απλώς και μόνο διότι στην προσπάθεια του διαμελισμού που καταβάλλεται διαβλέπουμε τρομακτικά σοβαρούς κινδύνους.
Και για τους κινδύνους αυτούς έχω γράψει στην αρχή της παρούσας αρθρογραφίας μου. Όταν ο παμπόνηρος Φουτ επρόκειτο να εγκαταλείψει τη νήσο και επισκέφθηκε διάφορες πόλεις για να «αποχαιρετίσει τους πολιτικούς παράγοντες της νήσου», θεώρησε — όπως είπε — χρέος του να προβεί σε μία δήλωση (φιλική δήλωση) προς τους Κυπρίους. Αυτή του η δήλωση, η οποία έγινε προς εμένα κατά την επίσκεψή του στην Αμμόχωστο, ήθελε να θεωρηθεί ως προσωπική και ως μη αντιπροσωπεύουσα... την επίσημη Αγγλική άποψη. Στην αρχή η δήλωση αυτή εξέφραζε τη «μεγάλη» του λύπη διότι ο Κυπριακός και ο Βρετανικός λαός συγκρούστηκαν, αλλά και τη «μεγάλη» χαρά διότι ο καθ' όλα άξιος λαός μας εξασφάλισε την ελευθερία του, και κατέληγε ως εξής: «Με την αποχώρηση των Άγγλων από την Κύπρο, τερματίζεται μία μακροχρόνια αποικιακή διακυβέρνηση, η οποία υπήρξε εν πολλοίς καταπιεστική, και ανοίγονται ενώπιον του λαού σας ευρείς ορίζοντες ανάπτυξης. Η διατήρηση εκ μέρους μας κυριαρχικών δικαιωμάτων επί τμήματος του Κυπριακού εδάφους και η ύπαρξη Βρετανικών βάσεων σας εξασφαλίζουν τρία πράγματα. Πρώτον σας εγγυώνται την προάσπισή σας από εξωτερική επιδρομή. Δεύτερον σας προσφέρουν χρήματα και εργασία. Και τρίτον τα Βρετανικά στρατεύματα θα σας λύνουν... τις διαφορές σας με τους Τούρκους και θα διαδραματίζουν ρόλο διαιτητή».
Η τρίτη εγγύηση, η οποία μας «προσφέρεται», είναι ενδεικτική της διάθεσης των Άγγλων νεοαποικιστών και της πολιτικής τους. Όταν δεν μπορούν να κυβερνούν διά του πυρός και του σιδήρου, προσφεύγουν στη διπλωματία. Και όταν και αυτή η μέθοδος δεν τους εξυπηρετεί, για τον λόγο ότι προσκρούει στη νοημοσύνη και το ξύπνημα των λαών, τότε προσφεύγουν στην πλεκτάνη. Αυτή τη μέθοδο την ονομάζουν οι ίδιοι «διαιτησία», ως εάν να επρόκειτο περί... πυγμαχικού αγώνα.
Όμως για εμάς αυτή η δήλωση ενέχει μεγάλη σημασία και σοβαρότητα. Για να μπορεί ο Αγγλικός νεοαποικισμός να «διαιτητεύει», είναι ανάγκη να υπάρχουν προστριβές και συγκρούσεις. Και εδώ ακριβώς απαιτείται η δημιουργία των ορίων, τα οποία θα βοηθήσουν στην ύπαρξη των προστριβών και των συγκρούσεων. Φοβούμαι ότι πριν οι Άγγλοι «αποχωρήσουν» από την Κύπρο φρόντισαν ώστε οι όροι αυτοί να δημιουργηθούν και να σταθεροποιηθούν. Ενώ ακόμη κρατούσαν στα χέρια τους τη διακυβέρνηση της νήσου και εφάρμοζαν τον νόμο και την τάξη, υπέδειξαν στους Τούρκους να παρανομήσουν, επιτρέποντας σε αυτούς να δημιουργήσουν τα ξεχωριστά Τουρκικά Δημαρχεία, για να υπάρχει η απαραίτητη και αναγκαία κατάσταση όταν το όλο Κυπριακό ζήτημα θα τιθόταν προς συζήτηση για εξεύρεση λύσης.
Και όταν είδαν ότι το κατ' υπόδειξή τους πείραμα «πέτυχε», προχώρησαν στη θέσπιση διατάγματος, με ισχύ νόμου, με το οποίο η ύπαρξη Τουρκικών Δημαρχείων αναγνωριζόταν ως νόμιμη κατάσταση, στην οποία παραχωρούνταν πλήρη δικαιώματα είσπραξης φόρων, ενοικίων, διαπυλίων κ.λπ., δεν επιβάλλονταν όμως υποχρεώσεις, όπως είναι η πληρωμή του οδικού φωτισμού, η πληρωμή τοκοχρεωλυσίων για τα δάνεια και τα όμοια, υποχρεώσεις οι οποίες αφήνονταν στα Ελληνικά Δημαρχεία.
Αυτό και μόνο είναι αρκετό ν' αποδείξει ότι η δημιουργία ξεχωριστών Τουρκικών Δημαρχείων αποτελεί επινόηση των Άγγλων, η οποία εφαρμόστηκε βάσει σχεδίου με μακρά προοπτική.
Το ζήτημα όμως είναι κατά πόσο ο Κυπριακός λαός, ως σύνολο, θα δεχτεί και θα ανεχτεί τη δημιουργία της εστίας των προστριβών, οι οποίες θα καθιστούν τη «διαιτησία» των Άγγλων αναγκαία.
Οι Άγγλοι ιμπεριαλιστές νεοαποικιστές πέτυχαν τον σκοπό τους υποθάλποντας τον «Τουρκικό παράγοντα». Σε εμάς εναπόκειται τώρα, σε εμάς Έλληνες και Τούρκους ως μία ενιαία και αδιαίρετη μονάδα, να εμποδίσουμε την οριστική εφαρμογή της φυλετικής διάκρισης, η οποία καταδικάστηκε και από αυτόν τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.
Σε εμάς εναπόκειται να καταστρέψουμε τον σπόρο τον οποίο έσπειραν ξένοι προς τα Κυπριακά συμφέροντα άνθρωποι με σκοπό να δημιουργήσουν στην Κύπρο μία μόνιμη κατάσταση αλληλοεξόντωσης.
Θα ήταν ευχής έργο εάν οι απλοί άνθρωποι του λαού από την Τουρκική πλευρά έβρισκαν τη δύναμη να συναντηθούν σε συσκέψεις παρόμοιες με εκείνη της 5.6.1956 για να διακηρύξουν για μία ακόμη φορά «ότι όλοι — Έλληνες και Τούρκοι — είμαστε αδέλφια και ότι πρέπει να ζήσουμε ως αδέλφια, ανεξάρτητα από το εάν έχουμε πολιτικές αντιλήψεις και απόψεις διαφορετικές».
Θα ήταν ευχής έργο εάν γύρω από το ίδιο τραπέζι μιλούσαμε με κοινή γλώσσα για να διαπιστώσουμε ότι η βάση από την οποία ξεκινούμε μας οδηγεί σε πολύ επικίνδυνα μονοπάτια και ότι για όλους υπάρχει μία κοινή οδός, η οποία οδηγεί σε κοινά συμφέροντα και κοινές επιδιώξεις.
Η από τώρα ενοποίηση των Δήμων θ' αποτελούσε τη λαμπρότερη εκδήλωση της ειλικρινούς διάθεσης όλων προς κατάκτηση του κοινού φωτεινού μέλλοντος και το πρώτο βήμα προς επανάκτηση της χαμένης αμοιβαίας εμπιστοσύνης, χωρίς την οποία τίποτε δεν μπορεί να επιτευχθεί· και προς αυτή την κατεύθυνση φρονώ ότι οφείλουμε να διαθέσουμε όλες μας τις δυνάμεις, βέβαιοι όντας από τώρα ότι πράττουμε ένα στοιχειώδες προς τον λαό μας καθήκον.
Διαφορετικά είναι εξίσου βέβαιο ότι θα θρηνήσουμε πάνω σε ερείπια, τη δημιουργία των οποίων μπορούμε από τώρα να προβλέψουμε.